EN

ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ,

 

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 

Σὲ κάθε πρᾶγμα, εὐλογημένοι πατέρες καὶ ἀδελφοί, ποὺ ὑπερ­βαί­νει τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, εἴτε βάρος εἶναι ἂς ὑποθέσουμε, ποὺ ὑπερ­βαί­νει τὴν ἀνθρώπινη δύναμη, εἴτε λόγοι ἐγκωμιαστικοί, ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν ἀνθρώπινη ρητορική· σὲ αὐτά, λέγω, τὰ ὑπέρ­με­τρα πρᾶγματα, τόσο ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἀνδρεῖοι κατὰ τὸ σῶμα ἴσοι λογίζονται μὲ τοὺς ἀδυ­νά­τους· ὅσον καὶ ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι στοὺς λόγους εὐδόκιμοι καὶ σοφοὶ ἴσοι νομίζονται μὲ τοὺς ἀσόφους καὶ ἀδοκίμους. Διότι, οὔτε οἱ ἀνδρεῖοι μπο­ροῦν νὰ σηκώσουν τὸ ὑπὲρ δύναμη βάρος, οὔτε οἱ σοφοὶ στοὺς λόγους, δύνανται νὰ φτάσουν στὰ ὑπὲρ λόγον ἐγκώμια· ἀλλὰ καὶ τὰ δύο μέρη παρόμοια ἀπο­τυγ­χά­νουν τοῦ σκοποῦ. Καὶ καθώς, λόγου χάριν, ἕνας ἄν­θρω­πος ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ πιάσει τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ μὲ τὸ χέρι του, καὶ ἂν εἶναι ὑψηλότερος ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἂν τεν­τώ­σει τὸ χέρι του ὑψηλότερα, δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει ὅμως τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλὰ ἀπέχει ἀπὸ αὐτὰ παρόμοια μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, καὶ τοὺς πλέον κοντότερους, ἀπὸ τὸ ἄπειρο σχεδὸν δι­ά­στημα τοῦ οὐρανοῦ· ἔτσι καὶ στὰ πρᾶγματα ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε λόγο καὶ διάνοια, δὲν φαί­νον­ται καλλίτεροι μὲ κανένα τρόπο οἱ ρήτορες καὶ οἱ σοφοί, ἀπὸ τοὺς ἀμαθεῖς καὶ ἀνοήτους.

Στὴν ὑπόθεση ὅμως τῆς ἀνώτερης ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁγίους, Μη­τρὸς τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία σήμερα διαβαίνει ψαλμικῶς στὸν τόπο τῆς θαυμαστῆς σκηνῆς καὶ εἰσέρχεται μέσα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων μὲ φωνὴ ἀγαλλιάσεως καὶ δοξολογίας θεῖου ὕμνου, καὶ τῶν τότε λαμ­πα­δη­φό­ρων παρθένων, καὶ τῶν ἑορταζομένων σήμερα· στὴν ὑπό­θεσή της, λέγω, ὄχι μόνον ἕνας ρή­το­ρας, ὁ πιὸ διαλεκτὸς ἀπὸ ὅλους, δὲν θὰ ἔφθανε νὰ ἐγκωμιάσει ἐπάξια· ἀλλὰ ἂν ἦταν δυνα­τὸν νὰ συγκεντρωθοῦν καὶ νὰ γίνουν ἕνα στόμα ὅλοι ὅσοι σώθηκαν ἀπὸ τὸν ἄφθορο τοκετό της, πάλι δὲν θὰ ἔφθαναν οὔτε στὸ ἐλά­χι­στο·

Ἐλάτε λοιπόν, ὢ θεῖα παράταξη τῶν ὁσίων πατέρων, ὄχι μόνον γιὰ νὰ ἀκούσετε προσεκτικὰ τὸν παρόντα λόγο μου ἀλλὰ καὶ νὰ βο­η­θή­σετε μὲ τὶς καθαρὲς εὐχές σας γιὰ νὰ μὲ ἀξιώσει ὁ Λόγος τοῦ Πατρὸς νὰ μὴν πῶ κανένα ἀταίριαστο, ἀλλὰ ἐναρμόνιο στὶς ἱερὲς ἀκοές σας. Ἐπειδὴ καὶ ἀληθινὰ ἔχουν ἀνάγκη τῆς θείας βοηθείας ἐκεῖνοι ποὺ εἰ­σέρ­χον­ται σὲ τέτοια ὑψηλὰ νοήματα, τὰ ὁποῖα ἐπιτελέστηκαν μόνον ἀπὸ τὴν θεία παντοδυναμία, ποὺ εἶναι τὰ πλέον οἰκειότερα πρὸς τὸν Θεό, καὶ τὰ πλέον τελειότερα, ἀπὸ ὅσα ἄλλα ἔγιναν στοὺς αἰῶνες.

Ἐπειδὴ, βέβαια, ὁ Θεὸς δημιούργησε ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ κάθε εἶδος τῶν αἰσθητῶν κτισμάτων καὶ τῶν αἰσθητικῶν ἀλόγων ζώων, μὰ κα­νένα ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν εἶχε λογικὸ νοῦ, δημιούργησε ὕστερα καὶ τὸν ἄνθρωπο στολισμένο μὲ τὸν νοῦ. Πάλι ἐπειδὴ ὕστερα, κανένας ἀπὸ τοὺς δη­μι­ουρ­γη­μέ­νους καὶ αὐξανομένους ἀνθρώπους, δὲν βρέθηκε, ὅσο ἔπρεπε, δε­κτι­κὸς τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτὸ ὕστερα δημιούργησε καὶ τὴν ἀειπάρθενο Μαρία, σὰν ἕνα δικό του βασίλειο, γιὰ νὰ δίνει δεκτικὴ τοῦ πληρώματος τῆς θε­ό­τη­τός του σωματικῶς ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ καθαρότητά της. Καὶ ὄχι μόνο δεκτική, ἀλλὰ καὶ γεν­νη­τική, (ὢ τοῦ θαύματος!) καὶ πρόξενος θείας συγγενείας, τόσο στοὺς προγενεστέρους της, δηλαδὴ τοὺς προπάτορες, ὅσο καὶ στοὺς μεταγενεστέρους της, δηλαδὴ ἐμᾶς τὰ ἔθνη.

Δύο, βέβαια, γενιὲς ἀνθρώπων διαλέχθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο· τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν ἐθνικῶν· ἀνάμεσα δὲ σ᾿ αὐτές στάθηκε ἡ Θεοτόκος σὰν ἕνα ζωντανὸ ἄγαλμα κάθε καλοῦ, καὶ συ­νά­θροι­σμα θείων καὶ ἀνθρωπίνων χαρισμάτων. Καὶ ἀπὸ τὸν νέο Ἰσραήλ, τῶν ἐθνικῶν δηλαδή, ἔγινε ἀρχὴ ἀπὸ τὸν Θεό, τὸν αἴτιο τῶν πάντων, καὶ τοὺς ἀνέδειξε οὐρανίους ἀντὶ γηΐνους καὶ τέκνα Θεοῦ ἀντὶ τέκνα σαρκός. Τὸν δὲ παλαιὸ Ἰσραήλ, δηλαδὴ τοὺς προγόνους της Ἰουδαίους, σὲ τόση τιμὴ ἀνέβασε ὥστε ἀξι­ώ­θη­καν νὰ ὀνομάζονται θεοπάτορες. Τί λέγω, ὅτι στάθηκε ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους καὶ ἐθνικούς; Αὐτὴ στάθηκε ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους, καὶ τὸν μὲν Θεόν, Υἱὸν ἀνθρώπου ἐποί­ησε, τοὺς δὲ ἀνθρώπους, Υἱοὺς ἀνθρώπων ἀπέδειξε. Καὶ μονάχα αὐτὴ ἔγινε Μητέρα φυσικὴ τοῦ Θεοῦ, βασίλισσα δὲ ὅλων τῶν ἐπιγείων καὶ οὐ­ρα­νίων κτισμάτων· ἐπειδὴ διὰ μέσου τοῦ γεννημένου ἀπ᾿ αὐτήν, ὅλα τὰ πάντα ἔγιναν καὶ χωρὶς αὐτὸν δὲν ἔγινε τίποτα, ἀπ᾿ ὅσα ἔγιναν, κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη. Σημεῖα αὐτῆς τῆς βα­σι­λείας ἔγιναν, ὄχι βα­σι­λικὰ διαδήματα καὶ πετράδια καὶ χρώ­ματα καὶ ἱμάτια πολύτιμα καὶ ἄλ­λοι βασιλικοὶ στολισμοί, πρᾶ­γματα ποὺ εἶναι ὑλικὰ καὶ γήϊνα, ἀλλὰ μά­λι­στα ἀνεκλάλητες χάρι­τες καὶ δυ­νά­μεις καὶ ἐνέργειες ὑπερφυσικές, ποὺ ὑπερβαίνουν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀγγέλους· χαιρετισμοὶ καὶ μηνύματα θεῖα ποὺ μετα­βά­λουν στὸ καλλίτερο τοὺς νόμους τῆς φύσεως· Θείου Πνεύ­μα­τος ἔλευση καὶ ὑψίστης δυνάμεως ἐπισκίαση καὶ ἕνωση συλλήψεως ὁμοῦ καὶ παρθενίας· Θεοῦ Λόγου κένωση· ἀειπαρθένου κόρης κύηση· καὶ τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων· γέννηση παιδιοῦ ἀπὸ ἀπεί­ραν­δρη κόρη, ἡ ὁποία δὲν ἔλυσε ἀλλὰ διεφύλαξε σῶα τὰ σημάδια τῆς παρθενίας.

Ποιὸς νοῦς θὰ μποροῦσε, δὲν λέγω νὰ χωρέσει μέσα στὸ βάθος, ἀλλὰ οὔτε νὰ σκύψει, κἂν στὸ προαύλιο τῆς θείας αὐτῆς σκηνῆς, δηλαδὴ τῆς Παρθένου, στὴν ὁποία κατοίκησε ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ὑπεράνω ὅλων τῶν ὄντων, ὁ βασιλεὺς τῶν οὐρανῶν καὶ Κύ­ριος τῶν κυριοτήτων; ποὺ ἔχει ἀπὸ τὴν φύση του τὸ κράτος τῶν ὅλων; ποιὸς λόγος θὰ μποροῦσε νὰ πλησιάσει ἔστω λίγο, κοντὰ στὴν ἀξία τῶν ἐπαίνων της; καὶ ἀφή­νον­τας τὰ οὐσιώδη μυστήριά της, κἂν νὰ διηγηθεῖ τὰ θαυμάσια πρὸ τοῦ τό­κου καὶ μετὰ τὸν το­κετό; δηλαδὴ τὴν τροφὴ ποὺ τῆς ἔφερνε ὁ ἄγγελος; τὴν κα­θο­δή­γηση τῶν Μάγων ἀπὸ τὸν ἀστέρα, ποὺ ἔρχονταν νὰ προ­σκυ­νή­σουν τὸ γέννημά της; καὶ τὴν δοξολογία τῶν Ἀγγέλων ποὺ συνέδεσε τὴν γῆ μὲ τὰ οὐράνια; καὶ τὰ ὑπέταξε σ᾿ αὐτὴν τὴν Βασίλισσα;

Πρὶν ὅμως ἀπὸ ὅλα αὐτά, γιὰ αὐτὴν τὴν Παρθένο ἔγιναν οἱ προ­φη­τεῖες τῶν προφητῶν· τὰ παλαιὰ θαύματα ποὺ προεικόνιζαν αἰ­νι­γμα­τω­δῶς αὐτὸ τὸ μέγα θαῦμα· ὁ νόμος ποὺ προτύπωνε τὴν μελλοντικὴ ἀλή­θεια· οἱ μεταβολὲς τόσων γενεῶν καὶ πραγμάτων οἱ ὁποῖες ἀπέβλεπαν στὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ καινούργιου μυστηρίου.

Ἐξαιρετικὰ καὶ ἰδιαίτερα γι᾿ αὐτὴν πραγματοποιήθηκε ἡ ὑπό­σχεση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἰωακεὶμ καὶ τὴν Ἄννα, γιὰ νὰ γεν­νή­σουν θυγατέρα στὰ γηρατειά τους· καὶ ἡ ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ ὑπό­σχεση τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας νὰ χαρίσουν σ᾿ αὐτὸν χάρισμα, νὰ χαρίσουν τὴν θηγατέρα ποὺ τοὺς χαρίστηκε. Γιὰ τὴν ὁποία ὑπόσχεση ἔγινε καὶ ἡ σημερινὴ τῆς Παρ­θέ­νου ἄνοδος στὸν θεῖο ναό, καὶ στὰ ἅγια τῶν ἁγίων θαυμαστὴ εἴσοδος, τὰ ὁποῖα ἦταν ἀφιερωμένος τόπος στὸν Θεὸ μόνον· μέσα στὸν ὁποῖον συνο­μι­λοῦσε αὐτὸς μὲ μόνους τοὺς ἀρχιερεῖς ποὺ εἰσέρχονταν ἐκεῖ μία φορὰ τὸν χρόνο. Σ᾿ αὐτὸν λοιπὸν τὸν τόπο εἰσῆλθε σήμερα ἡ Παρ­θέ­νος καὶ ἔμεινε δώδεκα χρόνια γιὰ τὴν σωτηρία μας. Γι᾿ αὐτὸ πανηγυρίζουμε σήμερα βλέποντας τὸ στεφάνι ποὺ ἔλαβε γιὰ τὴν ἀπαράμιλλη ὑπομονή της, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ κάθοδος τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ καὶ ἡ δική μας ἀνά­βαση στὸν οὐρανό. Διότι ἐκεῖ εὑρισκομένη ἡ Θεοτόκος, τόσες ὑψηλὲς ἀναβάσεις ἔθεσε στὴν καρδιά της, ὥστε ἔφθασαν ἕως καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν οὐρανό. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τράβηξαν σ᾿ ἐμᾶς τὸν Δεσπότη τοῦ οὐρανοῦ· ἐκεῖ ὅλη ἡ δόξα τῆς θυγατέρας τοῦ Βασιλέως ἔσωθεν κατὰ τὸ δαβιτικό· ἀπὸ τῆς ὁποίας τὴν παρ­θε­νία, σὰν ἀπὸ χρυσὸ πολύτιμο, θέλησε νὰ κα­τα­σκευ­ά­σει μία ἀκόμη ὁμοία του ὁ δημιουργὸς τῶν ἁπάντων καὶ ἀφοῦ γίνει ἄν­θρω­πος, νὰ ἀνεβάσει τὸ δημιούργημά του στὴν ἀξία τοῦ δημι­ουρ­γοῦ του.

Βλέπετε τὸ πλέξιμο αὐτοῦ τοῦ παρθενικοῦ στεφάνου; βλέπετε τὸ κοινὸ ὄφελος, αὐτῆς τῆς βασιλικῆς πορφύρας; Διότι ἡ παν­τά­νασσα Παρ­θέ­νος δὲν θέλησε νὰ ὑποτάσσει μόνο ὅλους τοὺς ἄλλους στὸν ἑαυτό της καὶ νὰ βασιλεύει σ᾿ αὐτούς καθὼς εἶναι οἱ νόμοι τῶν ἐπιγείων βασιλέων, ὄχι· ἀλλ᾿ αὐτὴ μὲ τὸ μέσον τὸ δικό της, ὕψωσε ὅλους τοὺς ὑπηκόους της καὶ ἀντὶ ἐπιγείους τοὺς κατέ­στησε οὐρανίους καὶ ἔτσι ἀξιώθηκε νὰ χει­ρο­το­νη­θεῖ ἀπὸ τοὺς οὐ­ρα­νοὺς Βασίλισσα σ᾿ αὐτοὺς καὶ νὰ λάβει μιὰ ὑψη­λό­τερη ἀξία καὶ δύναμη λάμποντας ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη σώματος καὶ ψυ­χῆς. Διότι φαίνεται πὼς ὁ Θεὸς θέλησε νὰ ζωγραφίσει μία εἰκόνα κάθε καλοῦ, καὶ πάνω σ᾿ αὐτὴν νὰ δείξει καθαρὰ στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους τὴν πάντεχνη σοφία του. Καὶ νὰ τὴν κατα­σκευ­ά­σει ὡς ἕνα κοινὸ στολισμό, καὶ μία ἀνακεφαλαίωση θείων καὶ ἀν­θρω­πί­νων χαρίτων, ποὺ νὰ στολίζει καὶ τοὺς δύο κόσμους, τὸν αἰ­σθητὸ καὶ τὸν νοητό. Καὶ αὐτὴ ἡ εἰκόνα δὲν ἦταν ἄλλη, παρὰ μόνο ἡ Παρθένος Μαρία στὴν ὁποία μάζεψε ὅλα ἐκεῖνα τὰ χαρί­σματα τὰ ὁποῖα διαμοιράζοντας, στόλισε ὅλα τὰ δημιουργήματά του. Καὶ ἔτσι μᾶς ἀπέδειξε ἕναν ἄλλον τρόπο μιᾶς ἐξαιρετικῆς δη­μι­ουρ­γίας, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε μόνον στὴν Μητέρα του. Καὶ καθὼς ὅταν στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου ἔκανε ὁ Θεὸς τὸν μέγα φωστῆρα τῆς ἡμέρας ἥλιο, πρῶτα μὲν δημιούργησε τὸ φῶς, στὴν πρώτη ἡμέρα δι­α­σκορ­πι­σμένο σὲ ὅλο τὸ σύμπαν, ὕστερα δὲ ἔκανε τὸν δίσκο τοῦ ἥλιου, καὶ ἐσυμάζεψε σ᾿ αὐτὸν ὅλο ἐκεῖνο τὸ διεσκορπισμένο φῶς τὸ πρω­τό­γονο, ἔτσι κατασκεύασε καὶ τὴν Μητέρα του ὡς ἕνα φω­στῆρα ἀκτι­νο­βο­λοῦντα ἀπὸ κάθε φῶς τῶν ἀρετῶν, τὸ ὁποῖο ἦταν πρὶν χυμένο σ᾿ ὅλους τοὺς ἐναρέτους, καὶ ἐσυμάζεψε σ᾿ αὐτὴν κάθε εἶδος ἀρετῆς, καὶ ὅσα ἄλλα χαρίσματα ὑπερβαίνουν τὴν ἀρετὴ. Καὶ λοιπὸν ὅσα χαρίσματα μοι­ρά­στη­καν σ᾿ ὅλους τοὺς Ἁγί­ους ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, καὶ ὅσα ἀξιώματα ἔλα­βαν ὅλοι μαζὶ οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ, τόσο ἄγγελοι ὅσο καὶ ἄνθρωποι, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐσυ­μά­ζεψε ἡ Παρθένος στὸν ἑαυτό της, καὶ μοναχή της ἔχει τὰ προ­νό­μοια ὅλων. Καὶ ὄχι μόνο τοῦτο, ἀλλὰ καὶ περισσεύει ἀκόμη ἀπὸ αὐτὰ τόσον ἀσύγκριτα, ὥστε ὑπερεκχέει σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὴν τι­μοῦν ἄφθονες καὶ πλούσιες τὶς χάριτες· χαρίζοντας σ᾿ αὐτοὺς τὸ νὰ ἀπο­βλέ­πουν σ᾿ αὐτὴν ὅπως σὲ ἡλιακὸ δίσκο τόσων μεγάλων χαρισμάτων καὶ ἀναβλύζει σ᾿ αὐτοὺς πάντοτε μεγαλύτερες χάριτες λόγῳ τῆς δικῆς της ἀγαθότητας· ἀλλ᾿ οὔτε θὰ πάψει ποτὲ νὰ χαρί­ζει σ᾿ ὅλους τοὺς ἀν­θρώ­πους τέτοιες δωρεὲς καὶ τέτοια φιλάν­θρωπη διάθεση καὶ ἀγάπη.

Ἀλλὰ ἐὰν κοιτάξει κάποιος αὐτὴν τὴν ἕνωση ὅλων τῶν καλῶν καὶ τὴν προσφορὰ ποὺ κάνει σὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους, θὰ πεῖ ὅτι ἡ Παρθένος εἶναι ἀνάμεσα στὶς ἀρετὲς καὶ τοὺς ἐναρέτους, αὐτὸ τὸ ἴδιο ποὺ εἶναι καὶ ὁ αἰσθητὸς ἥλιος ἀνάμεσα στὰ ἄλλα φῶτα καὶ τὰ φωτιζόμενα ζῶα· καὶ πὼς ὁ τρόπος τῆς δημιουργίας τοῦ ἥλιου, ἦταν μία προτύπωση τῶν μεγαλείων ποὺ ἔγιναν ὕστερα στὴν Παρθένο. Ἐὰν καὶ ἀντικρύσει τὸν νο­ητὸ ἥλιο τῆς δικαιοσύνης Χρι­στό, ποὺ ἀπ᾿ αὐτὴν ἀνέτειλε, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπὸ τὴν φύση ὅσα ἔχει ἡ Μητέρα του ἀπὸ τὴν χάρη, ἀμέσως ἡ Παρθένος θὰ φανεῖ οὐρανὸς λαμπρότερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους, ὅσο εἶναι μεγαλύτερος ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ ὁ ἥλιος λαμ­πρό­τε­ρος ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Ἀλλὰ ὢ Θεομῆτορ Παρθένε, καὶ ποιὸς λόγος μπορεῖ νὰ ἐπαι­νέ­σει τὸ θεῖο σου κάλλος; ἐπειδὴ τὰ δικά σου χαρίσματα δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται ἀπὸ λόγους καὶ νοήματα, γιατὶ ὑπερβαίνουν κάθε λόγο καὶ διάνοια· ὅμως εἶναι συγχωρημένο σ᾿ ἐμᾶς νὰ σὲ ἐπαι­νοῦμε, ἐπειδὴ ἐσὺ δέχεσαι τὰ ἐγκώμια μὲ φιλανθρωπία· γιατὶ εἶσαι τὸ πλήρωμα ὅλων τῶν χαρίτων καὶ ζωντανὴ εἰκόνα ἀπὸ κάθε ἀρετὴ καὶ καλοκαγαθία, ἐπειδὴ καὶ ἀξιώθηκες νὰ κάνεις κάτοικο μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ σπλάγχνα σου τὸν ἴδιο τὸν Θεό· στὸν ὁποῖο βρί­σκον­ται ὅλοι οἱ θησαυροὶ τῶν χαρίτων· ὁ ὁποῖος καὶ κατὰ τὸ σῶμα ἀπὸ βρέφος τόσο σὲ ἀγάπησε ἐπειδὴ ἀπὸ τόσο νηπιακὴ ἡλι­κία σὲ ἀπο­δέχ­τηκε νὰ σὲ κάνει συγκάτοικό του καὶ νὰ σὲ ἀνα­δεί­ξει κα­τοι­κη­τή­ριο τῶν δικῶν του χαρίτων. Τόσα προνόμια μεγάλα καὶ ὑπὲρ ἄνθρωπο ἀξιώθηκες ὥστε καὶ ἡ γέννηση νὰ γίνει παρά­δοξη, καὶ ἡ ἀνατροφή σου παραδοξότερη καὶ ὁ ἀπείρανδρος τοκε­τὸς πα­ρα­δο­ξό­τα­τος· καὶ ἡ μὲν γέν­νηση ἀπὸ τοὺς γεννήτορες στο­λί­στηκε μὲ τὶς ὑποσχέσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους· γιατὶ καθὼς ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε στοὺς γονεῖς σου νὰ σὲ γεννήσουν, ἔτσι ἀντιστρόφως καὶ οἱ γονεῖς σου σὲ ὑποσχέθηκαν στὸν Θεό. Ἐσὺ δέ, ὢ Παρθένε, στολίστηκες καὶ στόλισες ὅλο τὸν κόσμο, μὲ τὶς οὐρά­νιες ὑπο­σχέ­σεις, ποὺ κατὰ καιρὸ ἔλαβες. Ἐπειδὴ μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ὑπο­σχέ­θηκε νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ σένα, ὁ ἴδιος ἐκεῖνος Θεός, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ γιὰ τὸν ὁποῖο γίνεται κάθε ὑπόσχεση· ὥστε ὅσες ὑπο­σχέ­σεις γίνονται καὶ ἔγιναν ἀπὸ τὸν Θεὸ προαιωνίως στοὺς δικούς του φίλους, καὶ ὅσες μεγάλες ἀποκαλύψεις καὶ θεω­ρίες, ὅλες ὑπῆρξαν τόσο μυστικὰ αἰνίγματα τοῦ ὑπερφυοῦς μυστη­ρίου σου. Γι᾿ αὐτὸ ἐσὺ μόνη ἐπιτέλεσες τὶς θεωρίες ὅλων καὶ ἔγι­νες πάνω ἀπὸ κάθε φύση· ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν ἀνερμήνευτο τοκετό σου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν προηγούμενη ἕνωση ποὺ ἔκα­νες μὲ τὸν Θεὸ σὲ ὅλες τὶς ἀρετὲς ἀπὸ τὴν ἄκρα σου καθαρότητα.

Καὶ λοιπόν, ἂν ἴσως γίνεται λόγος ὅτι ἔκανε ὁ Θεὸς τὸν ἄν­θρωπο γιὰ αὐτὸν τὸν σκοπό, ὥστε νὰ βλέπει τὰ φαινόμενα κάλλη τῶν κτι­σμά­των, καὶ μέσῳ αὐτῶν νὰ ἀνεβαίνει μὲ τὸν νοῦ στὰ κάλλη τῶν ἀοράτων κτισμάτων, καὶ ἔτσι νὰ δοξάζει τὸν Δημι­ουργό τους· ἡ Παρθένος ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἔγινε γιὰ αὐτὸν τὸν σκοπό, ὄχι· ἀλλὰ μά­λι­στα αὐτὴ, ἐπειδὴ εἶναι θαῦμα θαυμάτων στὴν γῆ καὶ ὑπερβαίνει τοὺς οὐ­ρά­νι­ους φωστῆρες καὶ νόες, καταπείθει μὲ τὶς διάφορες ὡραιότητές της, ἐκείνους ποὺ τὴν βλέπουν, νὰ θαυμάζουν καὶ νὰ δοξάζουν μέσῳ αὐτῆς τὸν Δημι­ουργό· καὶ μὲ τὸ δίκιο τους. Γιατὶ ἂν καὶ ὅλη «ἡ δόξα τῆς θυ­γα­τρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν», ὅμως καὶ τὰ ἔξωθεν αὐτῆς εἶναι σύμ­φωνα. Καὶ τοῦτο θὰ τὸ καταλάβεις, ἂν στοχασθεῖς τὴν ἔννοια μὲ τὴν βο­ή­θεια τοῦ ψαλμωδοῦ. Ἐπειδὴ δὲν εἶπε ἐντὸς, ἀλλὰ ἔσωθεν ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως· ποὺ θέλει νὰ πεῖ, καθὼς τὸ φῶς χύνεται ἀπὸ τὰ ἔσω πρὸς τὰ ἔξω ἔτσι καὶ ἡ δόξα τῆς Παρθένου, ἀπὸ τὰ ἔσω χύνεται πρὸς τὰ ἔξω, δείχνει σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὴν βλέ­πουν πόσο εἶναι πάγκαλη ἡ παρθενική της ψυχή. Καὶ ἂν ὁ σώ­φρων Ἰωσὴφ δικαίως ὀνομάστηκε πάγ­κα­λος, πῶς ἡ Παρθένος δὲν εἶναι ἀξιωτάτη νὰ λάβει αὐτὸ τὸ ὄνομα; καὶ πῶς δὲν θὰ δια­φέ­ρει ἡ παρθενία ἀπὸ τὴν σωφροσύνη; καὶ παρθενία ἰσάγγελη καὶ ὁμοία μὲ τοὺς ἀσωμάτους; ἢ γιὰ νὰ πῶ καλλίτερα, ὅσο δι­α­φέ­ρει ἀπὸ τὴν σωφροσύνη καὶ ἡ παρθενία καὶ κάθε ἄλλη χάρη καὶ ἀρετή. Γι᾿ αὐτὸ στὸν Ἰωσὴφ δὲν ἁρμόζει κατὰ πάντα τὸ ὄνομα πάγ­κα­λος, ἢ ἁρμόζει κατὰ τὸ σῶμα μόνο. Ἀλλὰ ἡ Παρθένος καὶ τὸ σῶμα πάγ­καλο ἔχει, καὶ τὴν ψυχὴ παγκαλεστάτη· ἡ ὁποία ψυχή της, στὰ μὲν δικὰ μας ὑλικὰ μάτια γνωρίζεται ἀπὸ τὰ ἔξωθεν· στὰ δὲ προ­φη­τικὰ μάτια δι­α­κρί­νε­ται ἀπὸ τὰ ἔσωθεν.

Ἔχοντας ἡ Παρθένος τέτοια φυσικὰ καὶ θεῖα χαρίσματα ἀπὸ αὐ­τὴν τὴν κοιλία τῆς μητέρας της, δὲν ἀγάπησε νὰ ἀποκτήσει καὶ κανένα ἐπίκτητο χάρισμα, δηλαδὴ τέχνες καὶ μαθήματα· ἀλλὰ τὸν μὲν ἡγεμόνα νοῦ της, τὸν ἔκανε τελείως ὑπάκουο στὸν Θεό· ἀπὸ δὲ τὶς διδασκαλίες τῶν ἀνθρώπων παραιτήθηκε ὁλοκληρωτικὰ καὶ ἔλαβε πλούσια τὴν ἄνωθεν σοφία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σ᾿ ἐκείνη τὴν ἡλι­κία ποὺ οἱ γονεῖς βάζουν τὰ παιδιά στὸν δάσκαλο χωρὶς νὰ θέ­λουν, ἡ Παρθένος ἀφιερώθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς της στὸν Θεὸ μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, σὰν μέσα σὲ θεῖα βα­σί­λεια ἕνας ἔμ­ψυ­χος καὶ βασιλικὸς θρόνος, ὑψηλότερος ἀπὸ κάθε χαμερπὲς πρᾶ­γμα, καὶ ὅλος κατασκευασμένος ἀπὸ τὶς ἀρετές ἐκεῖνες ποὺ ἔπρε­παν στὸν βασιλέα Θεό, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἀναπαυθεῖ πάνω σ᾿ αὐτὸν. Διότι δὲν ἦταν πρέπον νὰ εἶναι μπροστὰ στὰ μάτια ὁ ἔμ­ψυ­χος θάλαμος τοῦ παμβασιλέως, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀθεώρητος, καθὼς εἶναι ἀθεώρητο καὶ ἀπλη­σί­α­στο καὶ τὸ φῶς ἐκεῖνο, στὸ ὁποῖο κα­τοι­κεῖ ὁ Θεός, κατὰ τὸν θεῖο Ἀπόστολο: «ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον». Ἔτσι ἐπειδὴ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχει κανένα θεατὴ τῆς ζωῆς της τὸ σκήνωμα τὸ ἅγιο, στὸ ὁποῖο ἐγκαταστάθηκε ἐπὶ γῆς ὁ ὕψιστος Θεός, γι᾿ αὐτὸ δό­θη­καν σ᾿ αὐτὴν τὴν Μη­τρο­πάρ­θενο ἀπὸ βρέφος γιὰ κατοικία τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, τὰ ὁποῖα ἦταν κατοικία τοῦ θείου ὀνόματος κατὰ τὸν θεῖο Δαβίδ. Γιατὶ ποὺ ἀλλοῦ θὰ ἦταν ἁρμοδιώτερο νὰ κατοικεῖ ἡ ὄντως ἁγία τῶν ἁγίων; ποὺ ἀλλοῦ ἦταν καλύτερα νὰ καρφωθεῖ ἡ ὄντως σκηνὴ τοῦ Θεοῦ, παρὰ μόνο πάνω στὴν σκηνὴ τὴν τυπική; σκηνὴ στὴν ὁποία κα­τοί­κησε ὁ ἀνώτερος ἀπὸ κάθε οὐσία ἀληθινὸς βασιλεὺς καὶ τῶν βα­σι­λευ­όν­των Δε­σπό­της· ποὺ φόρεσε τὴν θαυμαστὴ καὶ πολυποίκιλη ἀλουργίδα, ἡ ὁποία ὑφάνθηκε ἀπὸ φύση κτιστὴ καὶ ἄκτιστη; σκηνὴ ποὺ δὲν ἔλαμπε ἀπὸ τὴν λαμπρότητα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, ἀλλὰ ἀπὸ νοητὲς χάριτες· σκηνὴ ποὺ δὲν περιέχει τὶς καταβολὲς τῶν ἀσωμάτων Χερουβίμ, ἢ τῶν σωματικῶν τύπων, ἀλλὰ φέρει στὸν ἑαυτό της νοερὲς καθαρότητες, ὑπερφυσικὲς ἀστραπές· δηλαδὴ τὴν θεοειδῆ γνώμη, τὴν θεοτερπῆ αἴγλη τῆς παρθενίας καὶ γιὰ νὰ πῶ μὲ συντομία σκηνὴ ποὺ περιέχει τὸν ἀληθινὸ τόπο τοῦ Θεοῦ, ποὺ συγκρατεῖ τὰ πάντα.

Καὶ λοιπὸν γιὰ αὐτὴν τὴν Παρθένο, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει ἔμ­ψυχο χωρίο τοῦ Θεοῦ, προβλέποντας ὁ Μωϋσῆς κατασκεύασε ἐκείνη τὴν ἄψυχη σκηνὴ καὶ γι᾿ αὐτὴν προετοίμασε τὰ ἅγια τῶν ἁγίων· καὶ ἀφοῦ ἔμαθε  ἀπὸ τὸν Θεὸ τὰ μελλοντικά της μυστήρια, τὰ ὀνόμασε μὲ τέτοια ἅγια καὶ ὑψηλὰ ὀνόματα, καὶ προ­λα­βαί­νον­τας ἔδειξε σὲ ὅλους μὲ ἔργο καὶ λόγο τὴν ὑπερβολικὴ ἀξία τῆς Παρθένου ἀπὸ βρέφος. Ἡ δὲ Παρ­θέ­νος ὄχι μόνο βρῆκε τὸν τόπο ὅμοιο μὲ τὴν γνώμη καὶ τὴν ἀξία της, ἀλλὰ καὶ μέσῳ τοῦ τόπου φανέρωσε καὶ ἕνα ἀκόμη σημεῖο τοῦ μελλοντικοῦ μεγάλου μυστη­ρίου της. Διότι ἐκεῖνο τὸν τόπο ποὺ ἦταν ἀφιερωμένος μόνο στὸν Θεό, μέσα στὸν ὁποῖο ἦταν πιστευτὸ ἀπὸ ὅλους ὅτι κατοικεῖ παν­το­τινὰ καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο συνομιλοῦσε μὲ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἀαρὼν καὶ τοὺς ὁμοίους τους μερικὲς φορές, αὐτὸν τὸν ἴδιο τόπο ἡ Παρθένος Μαρία ἔλαβε γιὰ δική της κατοικία σὲ διάστημα πολ­λῶν χρόνων, καὶ μὲ τοῦτο προκήρυττε σὲ κάθε συνετό, ὅτι θὰ γίνει ὁπωσδήποτε ἀληθινὴ κα­τοι­κία τοῦ Θεοῦ, καὶ ἕνα ἱλαστήριο ἀσυγ­κρί­τως καλλίτερο ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἱλαστήριο, καὶ ἕνα θεοπρεπὲς τα­μεῖο τῶν πλέον ὑψηλοτέρων μυστηρίων τοῦ Πνεύματος. Καὶ μαζὶ μὲ αὐτά, καὶ σιωπαίνοντας ἡ Παρθένος, ἔδινε ἀπολογία σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴν ἔβλεπαν πὼς ὄχι χωρὶς λόγο προτιμᾶ μία τέτοια ἥσυχη καὶ ἀκοινώνητη ἀπ᾿ ὅλους ζωή. Γιατὶ ἂν τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἦταν σχεδὸν ἀθεώρητα ἀπὸ κάθε ὀδθαλμό, καὶ ἦταν κλεισμένα σὲ κάθε ἄνδρα καὶ γυναῖκα μὲ τόσα καὶ τόσα καταπετάσματα καὶ δὲν ἀνοί­γον­ταν σὲ κανένα ἄλλο, παρὰ στὸν νόμιμο ἀρχιερέα μόνο· καὶ ὄχι πάν­τοτε ἀλλὰ μιὰ μόνη φορὰ τὸν χρόνο γιὰ τὸν ἐξιλασμὸ αὐτοῦ καὶ ὅλου τοῦ λαοῦ. Πῶς ἡ Παρθένος, ἡ μυστικὴ τράπεζα τῆς τρυφῆς τῶν ἀγγέλων, ὁ ἀγρὸς τοῦ ἀειθαλοῦς φυτοῦ, τὸ κοινὸ ἱλαστήριο ὅλου τοῦ γένους, ἐπάνω στὸ ὁποῖο κατέβηκε ἅπαξ τῶν αἰώνων ὁ μόνος ἀρχιερεὺς Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἕνωσε χωρὶς χωρι­σμὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο; πῶς λέγω ἡ Παρθένος δὲν ἦταν πρέπον νὰ διατηρεῖται μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, γιὰ νὰ περνᾶ ζωὴ ἀθέατη; Καὶ ἂν ὅλων τῶν παλαιῶν ἁγίων δὲν ἦταν ὁ κόσμος ἄξιος, κατὰ τὸν Ἀπόστολο, πῶς θὰ βρισκόταν ἄξιος αὐ­τῆς τῆς ἀειπαρθένου, τῆς ἁγιωτέρας καὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀγγέλους; Λοι­πὸν κατάλαβε καὶ ἀπὸ τοῦτο, πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ὑπεροχὴ τῆς Παρ­θέ­νου· διότι στοὺς μὲν ἐκείνους ἁγίους ποὺ ἀπέφευγαν τὴν συναναστροφὴ τῶν ἀνθρώπων, τοὺς δόθηκαν γιὰ κατοικία τὰ ὄρη καὶ οἱ τρύπες τῆς γῆς· στὴν δὲ ἀειπάρθενο δόθηκαν τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, μέσα στὰ ὁποῖα ἔλαβε κάθε ἄδεια νὰ διατρίβει καὶ προτοῦ ἀκόμη φθάσει στὴν παιδικὴ ἡλικία, φάνηκε φρονιμότερη καὶ ἀπὸ τοὺς τέλειους ὡς πρὸς τὴν ἡλικία, ὅπως ὁ λόγος θὰ δείξει ἔπειτα. Ἐπειδὴ αὐτὴ ἦτανχαρισμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὸς τὸν Θεό, πρὶν τὴν γέννησή της· (καὶ πῶς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ χα­ρι­στεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ αὐτὴ ποὺ ἦταν προορισμένη γιὰ κατοικία τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ  τῶν αἰ­ώ­νων;). Ἐπειδή, λέγω, αὐτὴ ἦταν χαρισμένη γιὰ κατοικία, ὡς καρ­πὸς προσευχῆς τῶν γονέων της; (ὢ φτερὰ ἐκείνης τῆς προ­σευ­χῆς! ὢ παρρησία ποὺ βρῆκε πρὸς τὸν Θεό! ὢ καρδιὲς ἐκεῖνες, ποὺ μπόρεσαν νὰ προσφέρουν στὸν Θεὸ τέτοια δραστικὴ προσευχή!) γι᾿ αὐτὸ σὰν καρ­πὸς τέτοιας προσευχῆς, πάλι μέσῳ τῆς προσευχῆς προσφέρθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς της στὸν Θεὸ ποὺ χάρισε αὐτὴν σὰν τὸ πλέον θεάρεστο ἀφι­έ­ρωμα. Ὢ ζεῦγος ἄριστον! Ὢ ἀνδρόγυνο διαλεκτόν! τὸ ὁποῖο καλ­λι­έρ­γησε τέτοια ποθητὴ στὸν Θεὸ κατοι­κία! Προσφερόταν λοιπὸν ἡ Θεοτόκος ὡς ἀπὸ μία ἁγία ρίζα, ἕνας ἀνθισμένος βλαστός, ἕνας ὑπεράγιος βλα­στός, ποὺ ἔφθασε ἀπὸ τὴν γῆ ἔως στὸν οὐρανό, κατὰ τὸ μέγεθος τοῦ ἀξιώματος· βλαστὸς ποὺ ἐπρόκειτο ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ νὰ ἀνα­βλα­στή­σει τὸ προ­αι­ώ­νιο καὶ ἀμάραντο ἄνθος· βλαστὸς ποὺ ἐπρόκειτο νὰ βλαστήσει ἐκεῖνον τὸν Θεόν, μὲ τοῦ ὁποίου μόνο τὸν λόγο ὅλη ἡ φύση καὶ τὰ ὑπὲρ φύσιν ἐβλάστησαν. Προσφερόταν δὲ αὐτὸς ὁ βλαστός, γιὰ νὰ ἐμφυτευθεῖ καθὼς ψάλλει ὁ θεῖος Δαβίδ, ὡς ἐλαία κατάκαρπη στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν ἕνα δένδρο ποὺ μέλλει νὰ καρ­πο­φο­ρή­σει κοντὰ στὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων τοῦ Πνεύματος καὶ νὰ φέρει τὸ τέλος τῶν μυ­στη­ρίων τοῦ Θεοῦ.

Καὶ προσφερόταν, ὄχι δεκατεσσάρων χρόνων καὶ εἴκοσι, ἀλλὰ τριῶν μόνο, ὁποῦ χθὲς καὶ προχθὲς ἄφησε τὸ μητρικὸ μαστό. Ἀλλ᾿ ὅμως εὑρισκομένη καὶ σὲ τέτοια ἡλικία προεκήρυττε στοὺς δια­κρι­τι­κοὺς τί ὑπόληψη πρέπει νὰ ἔχουν γιὰ αὐτήν. Διότι ἐρχόταν στὸν ναό μὲ μία θαυ­ματὴ καὶ ἀπόρρητη ἀγαλλίαση. Ὅταν μάλιστα ἔφθασε στὰ προπύλαια τοῦ ναοῦ ἐπειδὴ οἱ εὐγενικὲς κόρες καὶ λαμπαδηφόρες νεαρές τὴν πε­ρι­κύ­κλω­σαν, καὶ μὲ μία μεγαλοπρεπῆ προπομπὴ καὶ μὲ εὔτακτη κο­σμι­ό­τητα τὴν προέπεμψαν στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, τότε ἡ Παρθένος φάνηκε νὰ κατάλαβε καθαρὰ καθαρὰ τόσο τὰ τότε ποὺ ἔγιναν σ᾿ αὐτήν, ὅσο καὶ τὰ μελλοντικὰ μυστή­ρια ποὺ θὰ γίνονταν γι᾿ αὐτήν· βλέποντας μὲ ἕνα σχῆμα καὶ ἦθος καὶ φρόνημα πολὺ σταθερό, καὶ μὲ τόση εὐταξία ἀνάμεσα στὶς ἄλλες παρθένους προηγεῖτο ἐκεὶ ποὺ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ τὸ φανε­ρώ­σει κάποιος. Ὕστερα δέ, ταιριάζοντας τὸ μὲ τάξη περπάτημά της, μὲ προ­θυ­μία, καὶ περπατώντας λίγο γρηγορώτερα, προ­σπέ­ρασε ὅλο τὸν χορὸ ἐκεί­νων τῶν παρθένων γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ τὸ ψαλμικὸ ἐκεῖνο: «ἀπενεχθήσονται τῷ βασιλεῖ παρθένοι ὀπίσω αὐτῆς· αἱ πλησίον αὐτῆς ἀπενεχθήσονται εἰς ναὸν βασιλέως». Ἐπειδὴ καὶ ὁ ἀρχιερεὺς βγῆκε νὰ τὴν προϋπαντήσει καὶ τῆς εἶπε βέβαια τὸ προφητικὸ ἐκεῖνο, τὸ «ἄκουσον θύγατερ καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἶκου τοῦ πατρός σου, καὶ ἐπιθυμήσει ὁ βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου». Τότε ἡ Παρθένος στάθηκε πολὺ σεμνοπρεπῶς καὶ ἀνασηκώθηκε λίγο γιὰ νὰ ἀκούει· ἀμέσως ἀφήνοντας ὅλους, καὶ γονεῖς καὶ ἀνατροφεῖς καὶ συνομίλικες καὶ παραμερίζοντας τὸ πλῆθος τῶν παρθένων, μόνη ἀπὸ ὅλες, χαρούμενα, εὐτυχισμένη, ἔρχεται κοντὰ στὸν ἀρχι­ε­ρέα, καὶ αὐτὸν μόνο ἔβλεπε μὲ ἕνα γλυκύτατο βλέμμα καὶ χαρι­τω­μένο, καὶ μὲ ὅσα σχή­ματα μποροῦσε νὰ κάνει κατὰ τὴν ἡλικία της, καὶ μὲ ὅσα ψελλίσματα μποροῦσε νὰ ὁμιλήσει, βεβαίωνε τὴν ὁλο­κλη­ρω­τική της ἀφιέρωση πρὸς τὸν Θεό.

Μήπως δὲν προκαλεῖται σὲ ὅλους θαυμασμός, πῶς ἡ τριετὴς Παρ­θέ­νος ἔγινε ὅλως δι᾿ ὅλου οἰκεῖα τοῦ Θεοῦ ποὺ μὲ σοφία οἰ­κο­νο­μεῖ τὰ μυστήριά της; δὲν θαυμάζεται πῶς ἔκανε σοφώτατη κρίση ἀνάμεσα στὴν φύση καὶ τὸν δημιουργὸ τῆς φύσεως; καὶ δίνει τὸ καλύτερο μέρος στὸν δημιουργὸ καὶ προτιμᾶ τὸν Θεὸ περισ­σό­τε­ρον ἀπὸ τὶς πατρικὲς καὶ μη­τρι­κὲς ἀγκάλες· προκρίνει τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν ἀρχιερέα, καλύτερα ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς, καὶ τὸν οἶκο της; καὶ ὅλα μὲν τὰ καταφρονεῖ, μόνο δὲ τὸν Θεὸ ἐναγ­κα­λί­ζε­ται, καὶ προστρέχει σ᾿ αὐτὸν χαρούμενη; Ὄντως γι᾿ αὐτὴν εἶπε ὁ Δαβὶδ πρὸς τὸν Θεό: «δικαιοσύνη καὶ κρῖμα ἑτοιμασία τοῦ θρό­νου σου»· καὶ πάλι «δικαιοσύνη καὶ κρῖμα κατόρθωσις τοῦ θρό­νου αὐτοῦ» ἐπειδὴ καὶ ἡ Παρθένος θρόνος Θεοῦ διετέλεσε, ἢ μᾶλλον εἰ­πεῖν, αὐτῆς μόνης εἶναι τοῦτο τὸ προνόμιο, τὸ νὰ ὀνομάζεται θρόνος· δι­ότι οἱ μὲν ἀνώτατες τάξεις τῶν ἀγγέλων, δὲν ὀνο­μά­ζον­ται κυρίως σὲ ἑνικὸ θρόνος, ἀλλὰ θρόνοι. Μέσῳ λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ θρόνου τῆς Θε­ο­τό­κου περισσότερο παρὰ μέσῳ ἐκείνων τῶν θρόνων ἔγινε τὸ κατόρθωμα τῆς μεγάλης κρίσεως καὶ τῆς ἀπόρρητης δικαι­ο­σύ­νης τοῦ Θεοῦ. Τέτοια κριτικότατη καὶ ἔνδοξη γνώμη εἶχε ἡ Παρθένος, τὴν ὁποία ἀπέδειξε σὲ ὅλους ἀληθινὴ καὶ πρὶν νὰ φθά­σει σὲ μέτρο ἡλικίας.

Καὶ ὁ μὲν Μωϋσῆς βρισκόμενος σὲ τέτοια νηπιακὴ ἡλικία, εἶχε τόση ἄγνοια, ὥστε προτίμησε νὰ πιάσει τὰ ἀναμμένα κάρβουνα, παρὰ τὸ χρυσάφι, τὸ ὁποῖο ἔβαλε ὁ Φαραώ, γιὰ νὰ δοκιμάσει ἂν μὲ γνώση ἔριξε τὸ βασιλικὸ στέμμα ἀπὸ τὸ κεφάλι του, καθὼς λέ­γε­ται· ἀπὸ τὸ ὁποῖο κάηκε ἡ γλῶσσα του καὶ ἔμεινε (ἂν καὶ ἦταν ἐκ φύσεως βραδεῖα), ἀπὸ αὐτὴν τὴν αἰτία τραυλός· Τὸ ὅτι ἔριξε τὸ στέμμα τοῦ Φαραὼ στὴν γῆ, ἂν καὶ ἦταν σημεῖο τῆς ψυχικῆς του ἀνδρείας, ὅμως συγκρινόμενο μὲ τὰ ἔργα τῆς Παρ­θέ­νου δὲν εἶναι σχεδὸν τίποτε. Γιατὶ ποιὰ ἀγάπη μπορεῖ νὰ προ­ξε­νή­σει στὰ νήπια στέμμα βασιλικὸ στολισμένο μὲ πολύτιμους λίθους, σὰν τῆς μητέρας ἡ ἀγκάλη καὶ ἡ ἀγάπη τῶν γονέων καὶ ἡ ἀνατροφὴ καὶ θεραπεία ἡ ἁρμόδια στὰ νήπια; Αὐτὰ ὅλα ἡ Παρ­θέ­νος μόνη ἀπὸ ὅλες τὶς συνομήλικές της μὲ τὴ θέλησή της περι­φρό­νησε· τὸ δὲ καὶ νὰ προστρέξει στὸν Θεὸ σὲ τέτοια ἡλικία μὲ ἕνα ἀνερμήνευτο ἔρωτα, καὶ νὰ ἀπομείνει μοναχή, μέσα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων σὲ τέ­τοιο χρονικὸ διάστημα· αὐτὸ λέγω, τὸ προνόμιο συνέβη κάποτε στὸν Μωϋσέα. Ὁ Μωϋσῆς βέβαια, ἔφυγε ναί! ἀπὸ τὶς βασιλικὲς αὐλὲς καὶ ἀναπαύσεις τοῦ Φαραώ, ὄχι ὅμως ἀπὸ ἀγάπη Θεοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ φόβο καὶ χωρὶς τὴν θέλησή του· καὶ ὄχι σὲ νηπι­ακὴ ἡλι­κία, ἀλλὰ σὲ ἀνδρικὴ· ὁ ὁποῖος ὕστερα ἀπὸ τὴν ἡσυ­χία τῆς ἐρή­μου καὶ τοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν ἀρετὴ· ὕστερα ἀπὸ τὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ στὸ ὄρος, μόλις καὶ μετὰ βίας ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὶς προ­τυ­πώ­σεις αὐτῆς τῆς Παρθένου, δηλαδὴ τὴν καιομένη βάτο καὶ νὰ ὑπη­ρε­τή­σει σὰν δοῦλος σὲ αὐτούς.

Ὅμως ἀφήνοντας τὰ τοῦ Μωϋσέως στὴν ἄκρη, ἂς ἀναφέρουμε τὸν λόγο σὲ ἐκείνους ποὺ ἀπὸ μόνοι τους ἔφθασαν στὴν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ. Θαυμάζουμε τὸν πατριάρχη Ἀβραάμ, καὶ τὸν περιβόητο Μελ­χι­σε­δέκ, πῶς γνώρισαν τὸν Θεὸ ἀπὸ μόνοι τους, ὅμως σὲ ἡλι­κία ἀνδρικὴ καὶ συνετή, καὶ εἶδαν πρῶτα αὐτὸν τὸν μεγάλο κόσμο, ὁ ὁποῖος εἶναι μιὰ ἀπόδειξη τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ· δηλαδὴ στο­χά­στη­καν τὴν γῆ καὶ τὰ ἄλλα στοιχεῖα καὶ τὴν συμφωνία ποὺ γεν­νι­έ­ται ἀπὸ τὶς ἐνάντιες ποιότητές τους· στοχάστηκαν τὸν οὐρανό, ποὺ περιορίζει ὅλα τὰ αἰσθητά, τὸ πλῆ­θος τῶν ἀστέρων, τόσο τῶν ἀπλανῶν ὅσο καὶ τῶν πλανητῶν καὶ τὴν δι­α­φο­ρε­τική τους κίνηση· ἡ ὁποία δὲν εἶναι οὔτε ἀπλὴ οὔτε πάλι ἐνάντια, ἀλλὰ συμμετρικὴ καὶ ἐναρμόνια. Στοχάστηκαν τὶς περιόδους τους, τὶς συ­νό­δους, τὶς παραλλάξεις, τοὺς διαφόρους σχηματισμούς, καθὼς φι­λο­σο­φοῦν οἱ ἀστρονόμοι· καὶ ἔτσι ἀφοῦ εἶδαν ὅλα αὐτά, καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα, τὰ ὁποῖα κηρύττουν τὸν Θεό· μὲ τὴν φυσική τους κίνηση, τότε γνώ­ρι­σαν τὸν Θεό. Ἡ δὲ Παρθένος, χωρὶς νὰ ἀντικρύσει κανένα ἀπὸ τὰ προλεχθέντα, γιὰ τὸ πρόωρο τῆς ἡλικίας της, ἐννοεῖ τὸν Θεό, καὶ χαίρεται μάλιστα ποὺ προσφέρεται σ᾿ αὐτόν. Μᾶλλον δὲ αὐτὴ μόνη της μὲ αὐτοπροαίρετη γνώμη προσφέρεται καὶ τὸν πλησιάζει, σὰν νὰ ἦταν ἐκ φύσεως ἐμ­πο­τι­σμένη στὸν θεῖο ἔρωτα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἀρχιερεύς, ἐπειδὴ κατάλαβε αὐτὸ τὸ παράδοξο, δηλαδὴ πὼς ἐκεῖνα τὰ χαρίσματα, ποὺ μόλις δίνονται μετὰ τὴν τέλεια ἡλικία στοὺς ἄλλους ἐκλεκτοὺς τοῦ Θεοῦ, αὐτὰ εἶχε ἡ Παρ­θέ­νος κατοι­κοῦντα στὸν ἑαυτό της ἀπὸ βρέφος, καὶ πὼς μ᾿ αὐτὰ θὰ εἶναι συντροφιὰ σ᾿ ὅλη της τὴν ζωή· γι᾿ αὐτὸ λέγω, τὴν ἀξίωσε στοὺς πιὸ ὑψηλότερους τόπους καὶ τὴν ἔβαλε μέσα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων. Καὶ κα­τέ­πεισε τοὺς ἄλλους Ἰουδαίους νὰ στέρξουν σ᾿ αὐτό, ἐνῶ συνεργοῦσε καὶ ὁ Θεὸς ἀοράτως καὶ συμβοηθοῦσε στὸ ἐνέργημα δικαιότατα. Ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ ἐπρόκειτο νὰ γίνει σκεῦος ἐκλογῆς αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ· ὄχι σὰν τὴν κιβωτὸ γεμάτη ἀπὸ σκιὲς καὶ αἰνίγματα, ἀλλὰ σκεῦος ἐκλεκτὸν αὐτῆς τῆς ἀλήθειας. καὶ ὄχι γιὰ νὰ βαστήξει τὸ θεῖο ὄνομα ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων, ὡς ὁ Παῦλος, ἀλλὰ γιὰ νὰ βαστήξει στὴν κοιλία της καὶ νὰ γεννήσει ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι τόσο θαυμαστὸ, ποὺ ἔδειξε ἀντὶ Σαύλου τὸν Παῦλον πλέον ὀνομαστὸ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους, ποὺ φάνηκαν ἀπὸ παλαιὰ ὀνομαστοί.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅποιος θεωροῦσε, ὄχι μονάχα τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς τῶν κατὰ καιροὺς ἁγίων, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὅλον τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς τους καὶ αὐτὰ τὰ τελευταῖα ἔπαθλα τῆς ζωῆς τους, ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ εὕρισκε πολὺ κατώτερα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ αὐτὴ τῶν ἔργων τῆς Παρθένου, τὴν ὁποία ἑορτάζει σήμερα κάθε γενιὰ ἀνθρώπων, ἐπειδὴ θυμοῦνται μὲ ἀνέκφραστη χαρά, τὴν μετάθεσή της, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους στὰ ἅγια τῶν ἁγίων. Γιατὶ καὶ ὁ Ἐνὼχ μετα­τέ­θηκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὅμως γιὰ τὴν μετάθεσή του δὲν συγ­κρο­τεῖ­ται ἑορτὴ καὶ πάνδημη πανήγυρη· καὶ ὁ Ἠλίας με­τα­τέ­θηκε μὲ ἅρμα πύρινο σὰν σὲ οὐρανό, ὅμως δὲν ἔγινε σ᾿ ὅλον τὸν κόσμο ὑπόθεση τόσο μεγάλης ἑορτῆς. Μετοικήσθη δὲ ὕστερα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἡ Παρθένος Μαρία, τριῶν χρόνων παιδίον, καὶ ὅλος ὁ κόσμος χάρηκε καὶ τὰ σύμπαντα γέμισαν ἀπὸ θεία ἔκσταση. Πῶ Πῶ! Τί εἶναι αὐτὸ τὸ θαῦμα; τί εἶναι ἡ τόση μεγάλη δύναμη τῆς παιδὸς; τί εἶναι ἡ τόση ἀκρό­τητα τῆς ἀρετῆς καὶ μεγαλειότητάς της; ποιὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ νίκησε τὸν κόσμο καὶ ἔλυσε τὴν λύπη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἡ ὁποία εἶναι ὁ καρπὸς τῆς προγονικῆς κατάρας, καὶ φύτεψε στὸν κόσμο τὴν ἔνθεη χαρά καὶ αὐ­τὴν τὴν κοινὴ καὶ ἐτήσια ἑορτή; ἀλλ᾿ ἂς ἐπανέλθουμε στὴν ἀκολουθία τοῦ λόγου μας. Με­τα­τέ­θηκε ὅπως εἴπαμε καὶ ὁ Ἐνώχ, ἀλλὰ ὅταν ἦταν τριακοσίων ἑξήντα καὶ πέντε χρόνων· ἡ Παρθένος ὅμως μετατέθηκε ἀκόμη τριῶν χρόνων παιδὶ καὶ ἐνέργησε τὶς ὑπερφυσικὲς χάριτες, καὶ προτοῦ νὰ ἀρχίσει ἐδῶ στὴν γῆ, ἡ δόξα της ἀνέβηκε ἕως σὲ αὐτὸν τὸν οὐρανό, καὶ ὅλα τὰ πάντα γέμισαν. Μετατέθηκε καὶ ὁ Ἐνώχ, μὰ ἄραγε στὸν οὐρανό; Ἄπαγε! διότι «οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν, εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» καὶ ἐκ τῆς ἁγίας ταύ­της Παρθένου δι᾿ ἡμᾶς καθ᾿ ἡμᾶς γεγονώς, «ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ» κατὰ τὸν εὐαγγελιστή. Ὥστε ἂν εἶναι γραμμένο ὅτι ὁ Θεὸς τὸν μετέθεσε, ὄχι ὅμως στὸν οὐρανό, ἀλλὰ πάλι ἐπάνω στὴ γῆ· λοιπὸν βεβαιότατα συμπεραίνουμε, πὼς τὸν με­τά­θε­σαν σὲ ἕνα τόπο πολὺ κατώτερο, ἀπὸ τὸν τόπο στὸν ὁποῖο μετέθεσε σή­μερα τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο· ἐπειδὴ καὶ κανένας ἄλλος τόπος δὲν ἦταν ἀνώτερος καὶ ἁγιώτερος τὸν καιρὸ ἐκεῖνο ἀπὸ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων. Ἔπειτα ἡ μετάθεση τοῦ Ἐνὼχ δὲν ὠφέλησε τόσο τὸ γένος τῶν ἀν­θρώ­πων· μήτε τὴν ἁμαρτία κατάργησε. Διότι ὕστερα ἀπὸ αὐτὸν μετὰ ἀπὸ τρεῖς γενιὲς ἔγινε ὁ παγκόσμιος ἐκεῖνος κατακλυσμός· ἀλλὰ σή­μερα μέσῳ τῆς Θεοτόκου φανερώθηκε ἡ ἀνακαίνιση τῶν ἀνθρώ­πων. Γιὰ αὐτὴ ὁ οὐ­ρα­νὸς μᾶς ἄνοιξε τὶς πύλες του, ὄχι γιὰ νὰ φέρει θανατηφόρα βροχὴ σὲ ὅλη τὴν γῆ καὶ σὲ κάθε πνοή ὅπως στὸν κατακλυσμό, ἀλλὰ γιὰ νὰ φέρει τὴν δροσιά καὶ τὴν γλυ­κύ­τητα τῶν ψυχῶν μας, καὶ τὸ ἀπρόσιτο καὶ μέγα φῶς τῆς Θεό­τη­τος, τὸ φωτῖζον «πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κό­σμον».

Ἂν δὲ κάποιος ἔλεγε γιατὶ ἡ Παρθένος δὲν παρέμεινε παν­το­τινὰ στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ἀλλὰ πάλι βγῆκε στοὺς ἀνθρώπους, αὐτὸς ἂς γνω­ρί­ζει ὅτι μάλιστα αὐτὸ τῆς προξενεῖ πολλὴ τιμή· διότι καθὼς ὁ μο­νο­γε­νής της Υἱὸς κατέβηκε πρὸς χάρη μας ἀπὸ τοὺς ἁγίους οὐρανούς, ἔτσι καὶ ἡ Παρθένος καὶ Μήτηρ του βγῆκε πρὸς χάρη μας ἀπὸ τὰ ἅγια τοῦ ναοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔγινε ἀρρα­βω­νι­α­στικὴ θνητοῦ ἀνθρώπου τοῦ Ἰωσὴφ ἡ ἀνύμφευτος νύμφη τοῦ ἀθανάτου Πατρός· ὄχι πὼς αὐτὴ χρειαζόταν τέ­τοια μνηστεία καὶ τέτοιο ἀρραβῶνα, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς δείξει μὲ μάρτυρα τὸ θαῦμα τῆς ἄσπορης λοχείας της, καὶ ἔτσι νὰ σώσει ἐμᾶς ποὺ πι­στεύ­σαμε. Καὶ πάλι καθὼς ὁ ἥλιος ὅταν ἀνατέλλει σὲ μᾶς καὶ κάνει τὴν κυ­κλο­φο­ρία ὅλου τοῦ χρόνου, κανένας δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὴν θέρμη καὶ τὸ φῶς του, γιατὶ βγαίνει ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, καὶ πηγαίνει καὶ φθάνει πάλι στὸ αὐτὸ ἄκρο, σύμφωνα μὲ τὸ ψαλμικό: «ἀπ᾿ ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἔξοδος αὐτοῦ καὶ τὸ κα­τάν­τημα αὐτοῦ ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ»· ἔτσι καὶ ἡ Παρθένος βγῆκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ πῆγε στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, καὶ πάλι γύρισε στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ με­τα­δώ­σει σὲ ὅλους τὴν δωρεὰ τοῦ ἁγιασμοῦ, ἐπειδὴ εἶναι ἐργαστήριο τῆς ἁγιότητας, χωρὶς νὰ ἀπομείνει ἀμέτοχο κανένα μέρος τῆς οἰκουμένης, οὔτε αὐτὰ τὰ κρύφια τῶν ἁγίων. Ἀλλά, ὅσα χαρίζει ὁ ἥλιος σ᾿ ἐμᾶς, ἐπειδὴ εἶναι φθαρτὰ καὶ τρεπτά, γι᾿ αὐτὸ χρειάζεται αὐτὸς νὰ κάνει πολ­λὲς κυκλικὲς κινήσεις, γιὰ νὰ τὰ γεννᾶ καὶ νὰ τὰ αὐξάνει. Τὰ δὲ χα­ρί­σματα τῆς Παρθένου, ἐπειδὴ εἶναι ἀθάνατα, μία καὶ μόνο κί­νηση αὐτὴ χρειάστηκε νὰ κάνει, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν μία ὅλους τοὺς φωτίζει ἀκα­τά­παυ­στα. Ἐπειδὴ καὶ μᾶς ἀνέτειλε τὸν νοητὸ ἐκεῖνο ἥλιο, «παρ᾿ ᾧ οὐκ ἔστι παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα», κατὰ τὸν ἀδελφόθεο Ἰάκωβο. Εἴπαμε γιὰ τὴν μετάθεση τοῦ Ἐνώχ, ἂς δοῦμε τώρα καὶ γιὰ τὴν ἁρπαγὴ τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, ὁ ὁποῖος τέλεσε καὶ μεγαλύτερα θαύματα ἀπὸ τὸν Ἐνώχ, γιατὶ ἄφησε τὴν μηλωτή του στὸν Ἐλισαῖο τὸν μαθητή του, μὲ τὴν ὁποία ἐκεῖνος ἐνέργησε περισσότερα θαύματα. Ὅμως καὶ ἀπὸ αὐτά, πολὺ ὑψη­λό­τερα εἶναι τὰ τεράστια τῆς Παρθένου. Ἐπειδὴ ὄχι μόνον αὐτὴ στάθηκε ὡς ἕνα θαῦμα θαυμάτων στὴν γῆ τεράστιο καὶ κοι­νω­φε­λέ­στατο σὲ ὅλους, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀδαμιαῖο δέρμα χάρισε ἀπὸ τὴν γα­στέρα της στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου (προσκυνητοῦ δέρματος), ὅσα θαύματα ἔγιναν «ἐὰν γράφηται καθ᾿ ἕν, οὐδὲ αὐτὸς ὅλος ὁ κό­σμος», στοχάζομαι, «δύναται χωρῆσαι τὰ γρα­φό­μενα βιβλία», καθὼς ὁ θεολογικώτατος Ἰωάννης ἀνεφώνησε.

Ἀλλὰ γιατί δημηγορῶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ λάμπουν στὴν γῆ, καὶ δὲν πλέκω στὸν Παρθενικὸ στέφανο, δηλαδὴ δὲν φέρω γιὰ ἐγκώμιο τῆς Παρθένου τοὺς ἀσωμάτους ἀγγέλους; Ἐπειδὴ βέβαια ἐπρόκειτο νὰ γεννήσει τὸν ἀνώτερο ἐκ φύσεως ἀπὸ ὅλα καὶ οὐρά­νια καὶ ἐπίγεια, Θεό· γι᾿ αὐτὸ καὶ αὐτή, ἀπὸ βρέφος ἀκόμη, ἔγινε ὑψηλότερη καὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀγγέλους. Γιατὶ σὲ ποιὸν ἄγγελο εἰπώθηκε ἐκεῖνο ποὺ εἰπώθηκε σ᾿ αὐτὴν ἤδη ἀπὸ νήπιο· δηλαδὴ τό, «καὶ ἐπιθυμήσει ὁ βασιλεὺς τοῦ κάλ­λους σου»; Δὲν ἐπι­θύ­μη­σαν καὶ αὐτοὶ οἱ ἄγγελοι νὰ σκύψουν στὰ χα­ρι­σμένα μέσῳ αὐτῆς μυστήρια κατὰ τὸν κορυφαῖο Πέτρο; Καὶ γιὰ μὲν τὴν ἀνωτάτη ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ταξιαρχία, γράφει ὁ Ἠσαΐας, ὅτι καὶ Σε­ρα­φεὶμ στέκονταν κυκλικῶς ἀπὸ αὐτόν. Γιὰ τὴν Παρθένο ὅμως γράφει ὁ Δαβίδ: «παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου». Βλέπεις τὴν δια­φο­ρε­τικὴ στάση; μάθε λοιπὸν καὶ τὴν διαφορετικὴ τάξη· διότι τὰ μὲν Σεραφεὶμ εἶ­ναι τριγύρω ἀπ᾿ τὸν Θεό· ἡ δὲ βασίλισσα Παρθένος βρίσκεται κοντά του, καὶ θαυμάζεται καὶ ἐπαινεῖται ἀπ᾿ τὸν ἴδιο τὸν Θεό· ὁ ὁποῖος σὰν νὰ τὴν κηρύττει σὲ ὅλες τὶς ἀγγελικὲς δυ­νά­μεις φωνάζει κατὰ τὸ ἆσμα· «τί καλὴ εἶναι ἡ πλησίον μου, φωτὸς εἶναι φωτεινοτέρα, τοῦ παραδείσου εὐ­αν­θε­στέρα καὶ κόσμου παντὸς ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου κοσμιωτέρα». Ὄχι μόνο κοντὰ στὸν Θεὸ βρίσκεται ἡ Παρθένος, ἀλλὰ καὶ ἐκ δεξιῶν· καὶ ἔτσι εἶναι τὸ πρέπον. Γιατὶ ὅπου ὁ Υἱός της κάθισε στὰ δεξιὰ τῆς με­γα­λο­σύ­νης στοὺς οὐρανούς, ἐκεῖ στέκεται καὶ ἡ Παρθένος Μητέρα του, ὄχι μόνο γιατὶ ἀγαπᾶ καὶ ἀνταγαπᾶται περισσότερο ἀπὸ ὅλους, λόγῳ τῶν φυσικῶν νόμων τῆς Μητρότητας, ἀλλὰ καὶ γιατὶ εἶναι ἀληθινὰ θρόνος τοῦ Θεοῦ· ὅπου κάθεται ὁ βασιλεύς, ἐκεῖ ἐξ᾿ ἀνάγκης πρέ­πει νὰ στέκεται καὶ ὁ θρόνος του. Αὐτὸν τὸν θρόνο ἔβλεπε καὶ ὁ Ἠσαΐας ἀνάμεσα σ᾿ ἐκεῖνο τὸν χορὸ τῶν Σεραφείμ, καὶ τὸν ἔλεγε ὑψηλὸ καὶ ἐπηρμένο, φα­νε­ρώ­νον­τας μὲ αὐτὰ τὰ ὀνόματα τὴν ὑπε­ροχὴ τῆς Παρθένου καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Διότι ἂν καὶ ὕστερα ἀπ᾿ τὴν Παρθένο ἔχουν τώρα τὴν δεύτερη στάση τὰ Σεραφείμ, κατὰ τὴν ἀξία ὅμως δὲν ἔχουν δεύτερη τὴν τάξη· (γιατὶ ἂν ἦταν ἔτσι, θὰ ἦταν ἡ Παρθένος συγκρινόμενη λίγο ἀνώτερη ἀπὸ αὐτά), ἀλλὰ καθὼς ἡ ἐκκλησία μας ψάλλει τὸ «Ἄξιόν ἐστιν», ἀσυγκρίτως ὑπερέχει ἡ Παρθένος ἀπὸ τὰ Σεραφείμ. Λοιπὸν καθὼς δὲν ἔχουμε νὰ δείξουμε ἄλλο φωστῆρα ἀπὸ τὸν ἥλιο, παρὰ τὴν σελήνη, καὶ μολονότι αὐτὴ εἶναι πολὺ μικρότερη, καὶ κατὰ τὸ μέγεθος καὶ κατὰ τὸ φῶς· ἔτσι νομίζω πὼς δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ ἐννοήσει δεύτερο ἀπὸ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, παρὰ μόνο τὰ Σεραφείμ, κοντὰ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐξετάζουν μὲ ἀκρίβεια τὴν ἀξία ποὺ ἔχουν ἀνάμεσά τους, τόσο μικρότερα θὰ φανοῦν τὰ Σεραφείμ, ὅσο μικρὴ εἶναι καὶ μιὰ λαμπάδα μπροστὰ σὲ μία πα­φλά­ζουσα πυρκαϊά. Γι᾿ αὐτὸ λέγει καὶ ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ, πὼς οἱ ἄγγελοι δοξάζουν τὸν Θεὸ παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ λέγουν: «εὐλογημένη ἡ δόξα Κυρίου ἐκ τοῦ θρόνου αὐτοῦ». Ὁ δὲ προ­φή­της Δα­βίδ ἑνώνει ὅλα τὰ πλήθη τῶν σωσμένων πιστῶν μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ λέγει πρὸς τὴν Παρθένο· «μνησθήσομαι τοῦ ὀνό­μα­τός σου ἐν πάσῃ γεν­νεᾷ καὶ γεννεᾷ· Διὰ τοῦτο λαοὶ ἐξο­μο­λο­γή­σον­ταί σοι εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος». Βλέπεις ἀγαπητέ, πῶς ὅλη ἡ κτίση ὁμολογεῖ καὶ δοξάζει τὴν Μητρο­πάρ­θενο; καὶ ὄχι σὲ χρόνια ποὺ τελειώνουν, ἀλλὰ «εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ ἀτελευτήτου ἀιῶνος; Ἔτσι ἀπὸ ἐδῶ μποροῦμε νὰ καταλάβουμε, πῶς οὔτε ἡ Παρθένος θὰ πάψει στοὺς αἰῶνες νὰ εὐεργετεῖ ὅλη τὴν κτίση, ὄχι μόνο τὴν ἀνθρώπινη καὶ δική μας, ἀλλὰ καὶ ὅλες τὶς τάξεις τῶν ἀγγέλων. Ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀσώ­μα­τοι ἄγ­γε­λοι μαζὶ μὲ μᾶς διὰ μέσου τῆς Παρθένου προσεγγίζουν καὶ πλησιάζουν τὴν ἀπλησίαστη φύση τοῦ Θεοῦ, πάλι ὁ Ἠσαΐας τὸ φανέρωσε. Ἐπειδὴ εἶδε ἕνα ἀπὸ τὰ Σεραφείμ, ποὺ πῆρε τὸν ἄν­θρακα ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο, ὄχι μὲ ἐπαφή, ἀλλὰ μὲ τὸ μέσο τῆς λαβίδος, μὲ τὴν ὁποία καθάρισε τὰ προφητικά του χείλη. Ἡ ὄψη αὐτὴ τῆς λαβίδας, ἦταν ὅμοια μὲ τὴν και­γο­μένη καὶ μὴ κατα­φλε­γο­μένη βάτο, ποὺ εἶδε ὁ Μωϋσῆς. Ποιὸς ἄραγε δὲν ξέρει πως ἡ Παρθένος εἶναι καὶ ἐκείνη ἡ βάτος καὶ αὐτὴ ἡ λαβίδα ἡ ὁποία τὸ θεῖο πῦρ χωρὶς κάψιμο συνέλαβε; ποιὸς δὲν γνωρίζει πὼς κα­θὼς ἐκεῖ στὸν Ἠσαΐα, ἔτσι καὶ ἐδῶ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ὑπηρέτησε στὴν σύλληψη τῆς Παρθένου; καὶ πῶς μὲ τὸ μέσον αὐτῆς ἕνωσε τὸν αἵ­ροντα τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου μὲ τὸ ἀνθρώπινο γένος, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἕνωση μᾶς καθάρισε;

Λοιπὸν ἀπὸ ὅλα αὐτὰ συμπεραίνουμε πὼς μόνο ἡ Παρθένος εἶναι μεθόριο ἀνάμεσα στὴν κτιστὴ καὶ τὴν ἄκτιστη φύση, καὶ κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἔλθει πρὸς τὸν Θεό, παρὰ διὰ μέσου αὐτῆς καὶ τοῦ ἐξ᾿ αὐτῆς γεννημένου μεσίτη Χριστοῦ· καὶ κανένα χάρισμα δὲν μπορεῖ νὰ δοθεῖ οὔτε στοὺς ἀγγέλους, οὔτε στοὺς ἀνθρώπους, παρὰ διὰ μέσου αὐτῆς. Καὶ καθὼς δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ δεῖ τὸ φῶς καὶ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, ἂν δὲν εἶναι ἀνάμεσα ὁ καθαρὸς ἀέρας ἢ κανένα ἄλλο σκεῦος γυάλινο καὶ καθαρό, ὁμοίως δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀτενίσει πρὸς τὸν Θεό, καὶ νὰ λάβει κάποια χάρη, παρὰ διὰ μέσου τῆς Παρθένου ποὺ εἶναι ὄντως ἡ θε­ο­φό­ρος καὶ πολύφωτος λυχνία· διότι, κατὰ τὸ ψαλμικό, «ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ αὐτῆς καὶ οὐ σαλευθήσεται». Ἂν δὲ καὶ τὰ χαρίσματα δίνονται, κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό, καὶ ὅποιος ἀγαπᾶ τὸν Υἱό, ἀγαπᾶται καὶ ἀπὸ τὸν Θεό, (Υἱό) καὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα του καὶ γίνεται μυστικὴ κα­τοι­κία, κατὰ τὴν Δεσποτικὴ ἀπόφαση, ποιὸς ἄλλος μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει τὸν Υἱὸ ἀπὸ τὴν Μητέρα του; ἡ ὁποία ὄχι μόνο ἐπειδὴ τὸν ἐγέννησε μο­νά­κριβο καὶ δὲν μοιραζόταν ἡ ἀγάπη της σὲ ἄλλο υἱό, ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ μόνη αὐτὴ τὸν ἐγέννησε χωρὶς πατέρα· ὥστε ἐπακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀγάπη τῆς Παρθένου πρὸς τὸν Υἱὸ διπλάσια κατὰ τὴν φύση· ποιὸς ἄλλος περισσότερο ἀπὸ τὴν Μητέρα του μπορεῖ νὰ ἀγαπηθεῖ ἀπὸ τὸν μονογενῆ της Υἱὸ, καὶ μάλιστα ποὺ γεννήθηκε μόνον ἀπὸ αὐτὴν στοὺς ἔσχατους καιρούς, καθὼς γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Οὐράνιο Πατέρα πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰ­ῶ­νες; Μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη, πῶς δὲν θὰ πολλαπλασιαζόταν ἀπὸ τὸν Υἱὸ στὴν Μητέρα πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες καὶ κάθε ἄλλο χάρι­σμα καὶ τιμή, ποὺ τῆς χρωστιέται ἀπὸ τὸν Υἱό της, ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ πληρώσει ὅλο τὸν νόμο, καὶ ἐκεῖνον ἀκόμη ποὺ ὁρίζει νὰ τι­μοῦμε τὸν πατέρα καὶ τὴν μη­τέρα; Ἂν καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ εἶναι μία, καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἕνωση, ποὺ γίνεται ἀπὸ τοὺς δύο μαζὶ καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι μία. Λοιπὸν ἡ Παρ­θέ­νος (ὢ τῶν ὑπὲρ νοῦν χαρισμάτων!) ὅλη τὴν ἄκτιστη Τριάδα φέρει ἐγκάτοικη στὴν ψυχή της, τὸν ἕνα ἀπὸ τὴν ὁποία, συνέλαβε ἀσπόρως στὴν γαστέρα της· καὶ ἐνῶ ἦταν Παρθένος, γέννησε χωρὶς πόνους.

Καθὼς λοιπὸν μέσῷ τῆς Παρθένου φάνηκε ὁ Θεὸς στὴν γῆ καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους συναναστράφηκε, ἐκεῖνος ποὺ ἦταν πρὶν ἀπὸ αὐτή, ἀθε­ώ­ρη­τος ἀπὸ ὅλους. Τέτοιας λογῆς καὶ στὸν μέλλοντα ἀτελεύτητο αἰῶνα, κάθε ἔλλαμψη καὶ θεία φωτοφανεία, κάθε ἀπο­κά­λυψη τῶν θείων μυ­στη­ρίων, καὶ κάθε ἰδέα τῶν πνευματικῶν χα­ρι­σμά­των, χωρὶς τὴν Παρθένο εἶ­ναι ἀπὸ ὅλους τοὺς μακαρίους ἀπρόσιτη. Διότι αὐτὴ πρώτη δέχεται τὸ πλήρωμα τῶν χαρίτων ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ἔτσι διὰ μέσου της τὸ κάνει καὶ στοὺς ἄλλους χω­ρητό, διαμοιράζοντας αὐτὸ στὸν καθένα, κατὰ ἀναλογία καὶ τὸ μέτρο τῆς ἀρετῆς καὶ καθαρότητάς του. Καὶ λοιπὸν συμ­πε­ραί­νε­ται πὼς ἡ Παρθένος εἶναι ταμίας καὶ πρύτανης τοῦ πλούτου καὶ τῶν χα­ρι­σμά­των τῆς Θεότητος. Καὶ πρὸς αὐτὴν ἀποβλέπουν καὶ ἐλπί­ζουν ὅλες οἱ ἀνώτατες τάξεις τῶν Σεραφεὶμ καὶ Χερουβείμ. Καὶ τόσο περισσότερο φλογίζονται ἀπὸ τὴν ἀγάπη της, ὅσο μᾶλλον ἀγαποῦν καὶ τὶς προ­σφε­ρό­με­νες μέσῳ αὐτῆς δωρεὲς καὶ χάριτες τοῦ Θεοῦ. Ὁμοίως καὶ ὅλες οἱ κα­τώ­τε­ρες τάξεις τῶν ἀγγέλων κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἀγάπης ποὺ ἔχουν σ᾿ αὐτὴν ἔτσι ἀπολαμβάνουν διὰ μέσου αὐτῆς καὶ τὶς θεῖες ἐλλάμψεις.

Ὁμοίως καὶ ἐμεῖς, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, λαμ­βά­νουμε μέσῳ τῆς Παρθένου κάθε φωτισμὸ ἀπὸ τὸν Θεό, κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἀγάπης ποὺ ἔχουμε γι᾿ αὐτήν. Ἐπειδὴ ὑπάρχει νόμος ἀπα­ρα­σά­λευ­τος γιὰ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀνθρώπους, πάντοτε τὰ κατώτερα τά­γματα νὰ παίρνουν τὸν φωτισμὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ μέσου τῶν ἀνωτέρων ταγμάτων. Λοιπὸν ἡ Παρθένος, ἐπειδὴ εἶναι ἀσυγκρίτως  ἀνωτέρα πάν­των, ἀναγκαστικὰ συμπεραίνεται ὅτι ὅσοι μετέχουν στὸν Θεό, μετέχουν μέσῳ αὐτῆς. Καὶ ὅσοι γνωρίζουν τὸν Θεό, γνωρίζουν ταυτοχρόνως καὶ τὴν Παρθένο ὡς χώρα τῶν ἀχω­ρή­των. Καὶ ὅσοι ὑμνοῦν καὶ δοξάζουν τὸν Θεό, ὑμνοῦν καὶ δοξά­ζουν καὶ αὐτὴν μετὰ τὸν Θεό. Ἡ Παρθένος αὐτὴ εἶναι καὶ αἰτία τῶν Δικαίων τῶν πρὶν ἀπὸ αὐτή· Δηλαδὴ τῶν πρὶν τὸν νόμο, καὶ τῶν κατὰ τὸν νόμο καὶ τῶν μετὰ τὸν νόμο, καὶ τῶν μετὰ ἀπ᾿ αὐτὴν προστάτις (δηλαδὴ ἡμῶν τῶν ἐθνικῶν), καὶ πρόξενος τῶν αἰ­ω­νίων ἀγαθῶν. Αὐτὴ ὑπῆρξε ἡ ὑπόθεση τῶν προφητῶν, ἡ ἀρχὴ τῶν ἀποστόλων, τὸ ἑδραίωμα τῶν μαρτύρων, ἡ κρηπίδα τῶν διδα­σκά­λων, ἡ δόξα τῶν ἐπι­γείων ἀνθρώπων, ἡ τερπνότητα τῶν ἐπου­ρα­νίων ἀγγέλων, τὸ ἐγ­καλ­λώ­πι­σμα ὅλης τῆς κτίσεως· αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ καὶ ρίζα τῶν ἀπορρήτων ἀγαθῶν, καὶ κορυφὴ καὶ τελείωση κάθε ἁγίου.

Ὢ θειοτάτη Παρθένε, πῶς νὰ παρουσιάσω ὅλα σου τὰ χαρί­σματα; πῶς νὰ πληρώσω τὸν πόθο τῆς ψυχῆς μου; πῶς νὰ σὲ δο­ξάσω τὸν θη­σαυρὸ τῆς δόξης; καὶ μοναχὴ αὐτὴ ἡ δική σου ἐνθύ­μηση ἁγιάζει ἐκεῖνο ποὺ τὴν θυμᾶται· καὶ μόνο τὸ βλέμμα πρὸς ἐσένα, κάνει καθαρώτερο τὸν νοῦ καὶ σὲ ὕψος θεϊκὸ τὸν ἀνεβάζει· ἀπὸ ἐσένα καθαρίζεται τὸ μάτι τῆς διανοίας· ἀπὸ ἐσένα φωτίζεται τὸ πνεῦμα μὲ τὴν ἐπιδημία τοῦ θείου πνεύματος. Ἐπειδὴ καὶ σὺ ἔγινες ἕνας ταμιοῦχος τῶν χαρίτων, ὄχι γιὰ νὰ τὶς κρατήσεις γιὰ σένα, ἀλλὰ γιὰ νὰ γεμίσεις τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν δική σου χάρη. Διότι ὁ ταμίας τῶν ἀκενώτων θησαυρῶν, ἔχει τὴν ἐπιστασία νὰ δι­α­μοι­ρά­ζει τοὺς θησαυροὺς καὶ ὄχι γιὰ νὰ τοὺς κλείνει· ἀλλὰ  καὶ ποιὰ ἡ ἀνάγκη νὰ κλείνει ἐκεῖνο τὸν θησαυρό, ποὺ ποτὲ δὲν λι­γο­στεύει; Λοι­πὸν μετάδωσε καὶ σὲ μᾶς ἀπὸ τοὺς θησαυρούς σου πλουσίως, ὢ Δέ­σποινα· καὶ ἂν δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς χωρέσουμε, κάνε μας εὐ­ρυ­χω­ρό­τε­ρους καὶ ἔτσι μοίρασε τὴν χάρη σου. Ἐπειδὴ καὶ μόνη ἐσὺ δὲν ἔλαβες μὲ μέτρο τὰ χαρίσματα· ὅλα στὸ χέρι σου δόθηκαν.

Καὶ αὐτὰ μὲν ἔτσι ἔχουν. Νομίζω ὅμως πὼς πρέπει νὰ ἐπα­να­φέρω τὸν λόγο καὶ νὰ σκύψω μέσα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ἀπὸ κεῖ μέσα, ἂν μπορέσω, νὰ βγάλω κανένα μυστηριῶδες νόημα, καὶ ἀφοῦ τὸ ὑμνήσω νὰ τὸ φανερώσω ἔξω καὶ νὰ τὸ διηγηθῶ· ὁ Θεὸς ἂς εἶναι βο­η­θός. Διότι ἡ φύση τοῦ λόγου δὲν μπορεῖ νὰ ἑρμη­νεύ­σει τέτοια πολλὰ καὶ μεγάλα μυστήρια, καὶ εἶναι τελείως ἀδύνατο νὰ τὰ διηγηθεῖ. Ἐλάτε λοι­πὸν ὅσοι εἶστε ὑμνολόγοι τῆς Ἀει­παρ­θέ­νου· πρῶτα ἂς τὴν πα­ρα­κα­λέ­σουμε νὰ ἔλθει νὰ μᾶς βοηθήσει ἀο­ρά­τως ἀπὸ τὰ οὐράνια ἄδυτα, ποὺ τώρα βρίσκεται καὶ ἔπειτα ἂς εἰσέλθουμε μαζὶ στὸν θάλαμο, ἂς εἰ­σέλ­θουμε στὸν νυμφῶνα, ἂς δοῦμε τὰ ἅγια. Ἐπειδὴ κι ὅλα τὰ οὐράνια καὶ ὅλα τὰ ἐπίγεια μέσῳ αὐτῆς μᾶς ἀνοίχθηκαν, ἂς δοῦμε πῶς πάνω στοὺς παλαιοὺς τύπους τοποθετεῖται ὁ σκοπὸς τῆς νέας χάριτος καὶ πάνω στὴν σκιαγραφία τῆς παλαιᾶς διαμορφώνεται ἡ ἀλήθεια. Εἰσῆλθε στὰ πρό­σκαιρα ἅγια τῶν ἁγίων ἡ ἀκατάπαυστη ἁγία τῶν ἁγίων. Εἰ­σῆλθε ἡ ἀχει­ρο­ποί­ητη σκηνὴ τοῦ Λόγου καὶ ἔμψυχος κιβωτὸς τοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὸν οὐρανό, στὸν τόπο ἐκεῖνο ποὺ ἦταν ἡ χειροποίητη κιβωτός, ποὺ εἶχε τὸ μάννα τὸ ὁποῖο γινόταν ἀπὸ τὴν πρωινὴ δροσιά, τὸ ὁποῖο ὀνο­μα­ζό­ταν ἀπὸ τοὺς ἀτελεῖς, ἄρτος ἀγ­γέ­λων, ἐνῶ ἀπὸ τοὺς προφητικοὺς κατὰ τὸ πνεῦμα, ἦταν προ­τύ­πωση τῆς μελλούσης ἀληθείας τῆς Παρθένου. Εἰσῆλθε ἡ βίβλος τῆς ζωῆς, ποὺ δέχτηκε ὄχι τύπους τοῦ λόγου, ἀλλὰ αὐ­τὸν τὸν Λόγο τοῦ Πατρός, μέσα στὸν τόπο ποὺ εἶναι οἱ πλάκες τῆς Δι­α­θή­κης, ποὺ ἔχουν χαραγμένο τὸν τύπο ἀψύχων λόγων. Εἰσῆλθε τὸ ἀει­θα­λὲς φυτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο βλάστησε τὸ καθαρότατο ἄνθος, στὸν τόπο ποὺ βρισκόταν ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών, ποὺ προεικόνιζε τὴν ἄσπορη γέννηση, ἀπὸ τὴν Παρθένο.

Ἀλλὰ ἴσως θὰ λέγατε: ὁ ναὸς ἐκεῖνος ἦταν στολισμένος ἀπὸ κα­θαρὸ χρυσάφι καὶ ἡ κιβωτὸς ἄστραπτε σκεπασμένη μὲ αὐτό; καὶ τάχα καὶ τὸ κάλλος τῆς Παρθένου δὲν ἦταν ἀσυγκρίτως καθα­ρό­τερο ἀπὸ τὸ χρυσάφι, τοῦ ὁποίου (κάλλους) ἔγινε ἐραστὴς καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεός; ζητᾶτε ἀπὸδειξη τῶν λεγομένων; ὁρίστε: ἐκείνη τὴν ἄψυχη κιβωτό, τὰ χρυσὰ ὁμοιώματα τῶν ἀγγέλων κυκλικῶς ἐπι­σκί­α­ζαν· ἐνῶ αὐτὴν τὴν ἔμψυχη κι­βωτό, ὄχι ὁμοιώματα ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἄγγελοι περικύκλωναν. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ὑπηρετοῦσαν καὶ στὴν τροφή της, τὴν ὁποία κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ τί πρᾶγμα ἦταν. Μόνο αὐτὸ λέγεται, ὅτι ἦταν ἀνώτερη καὶ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πο­λυ­θρύ­λητο μάννα καὶ ἀπὸ τὴν τροφὴ ποὺ τρεφόταν ὁ Ἠλιοῦ. Διότι τὸ μὲν μάννα τὸ ἔβρεχε ἀπὸ πάνω ὁ δροσερὸς ἀέρας κατὰ τὴν προσταγὴ τοῦ Θεοῦ καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁ Δαβὶδ τὸ ὀνόμασε ἄρτον ἀγ­γέ­λων ἔφαγεν ἄνθρωπος· προφητεύοντας μὲ τὸ μάννα τὴν οὐρά­νια τροφὴ τῆς Ἀειπαρθένου, τὴν ὁποία ὄχι ἀέρας, ἀλλὰ ἄγγελος ἔφερε κάθε ἡμέρα ὡς συγγενῆ καὶ οἰκεῖα στὴν ἀγγελικὴ φύση· ὥστε ὅσο διαφέρει ὁ ἄγγελος ἀπὸ τὸν ἀέρα, τόσο διέφερε καὶ ἡ τροφὴ ἐκείνη τῆς Θεοτόκου ἀπὸ τὸ μάννα. Πάλι καθὼς τὸ μισό­τε­κνο ζῶο ὁ κόρακας, ποὺ ἔφερε τὴν τροφὴ στὸν Ἠλία ἦταν σημεῖο, ὅπως λέγεται, τῆς ἀσυμπαθοῦς γνώμης ποὺ εἶχε πρὸς τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες· ἔτσι εἶναι φανερὸ σημεῖο τῆς ἀγγελικῆς πο­λι­τείας τῆς Παρ­θέ­νου ὁ διακονητής της ἄγγελος, ὁ ὁποῖος ὑπηρετώντας την καὶ ὄχι ἐπισκιάζοντάς την, φανέρωνε τὸ μελλοντικό της μεγαλεῖο. Ἐπειδὴ αὐτὴν τὴν Παρθένο ὄχι ἄγγελος, ὄχι αὐτὰ τὰ Χερουβεὶμ ἢ τὰ Σε­ρα­φείμ, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου, ἐπρόκειτο νὰ τὴν ἐπι­σκι­ά­σει. Καὶ τὸ μεγαλύτερο· νὰ τὴν ἐπισκιάσει ὄχι μέσῳ τοῦ γνό­φου καὶ τοῦ πυρὸς κα­θὼς τὸν Μωϋσῆ· ὄχι μέσῳ τοῦ ἀνε­μο­στρό­βι­λου καὶ τῆς νεφέλης καθὼς τὸν Ἰώβ· ὄχι μὲ τὸ μέσο αὔρας λεπτῆς καθὼς τὸν Ἠλία, ἀλλὰ ἀμέσως καὶ χωρὶς κανένα παρα­πέ­τα­σμα νὰ ἐπισκιάσει τὴν παρθενική της κοιλία, αὐτὴ ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάμεσα στὸ ἐπισκιάζον καὶ ἐπι­σκι­α­ζό­με­νον κανένα ἄλλο στὴ μέση, οὔτε ἀέρας, οὔτε αἰθέρας, ἢ κα­νένα ἄλλο αἰσθητὸ ἢ νοητό. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι πλέον μία ἁπλὴ ἐπι­σκί­αση, ἀλλ᾿ εἶναι ἕνωση κάποιας ἄλλης θείας θεωρίας. Ἐπειδὴ φυσικὰ κάθε πρᾶγμα ποὺ ἐπισκιάζει δίνει τὴν μορφή του στὸ ἐπι­σκι­α­ζό­μενο· λοιπὸν ὄχι μόνο ἕνωσι ἀλλὰ καὶ μορφοποίηση ἔγινε στὴν κοιλία της. Ἔτσι ἐκεῖνο ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπι­σκι­ά­σασα δύναμη τοῦ Ὑψί­στου καὶ ἀπὸ τὴν παναγία ἐκείνη κοιλία τῆς Παρθένου ἦταν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὁ ἐνσαρκωμένος. Ὢ τοῦ θαύ­μα­τος! σὲ ποιὸ βάθος μυστηρίου κα­τε­βά­σαμε τὸν λόγο μας; Γι᾿ αὐτὸ ἂς τὸν ἀνε­βά­σουμε ἀπὸ ἐκεῖ· ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸ ἀνθρώπινος νοῦς ἢ πε­πε­ρα­σμένη διάνοια νὰ φτάσει σ᾿ αὐ­τὸν τὸν ἔσχατο πυθμένα. Καὶ ἂς ἀκολουθήσουμε πάλι τὴν σειρὰ τοῦ λό­γου μας.

Εἰσῆλθε λοιπὸν ἡ Παρθένος στὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ἀμέσως μόλις εἶδε τριγύρω, χάρηκε πολὺ ἐπειδὴ βρῆκε τέτοια κατοικία ἀξία καὶ ἁρ­μο­δία γιὰ τὸν ἑαυτό της· ἔτσι μέσῳ τοῦ κάλλους τῶν βλεπομένων ἁγίων ἀνεβάζοντας τὸν νοῦ της πρὸς τὸ ἀόρατο κάλ­λος τοῦ Θεοῦ, πλέον δὲν στοχαζόταν κανένα τερπνὸ καὶ γήϊνο πρᾶγμα· γι᾿ αὐτὸ ἔγινε ἀνώτερη ἀπὸ τὶς φυσικὲς ἀνάγκες τοῦ σώ­μα­τος, καὶ ἀπὸ τὶς ἡδονὲς τῶν αἰ­σθή­σεων. Καὶ τὰ ὡραῖα στὴν ὅραση, δὲν ἔκρινε καθόλου ἄξια οὔτε νὰ τὰ δεῖ· καὶ τὰ καλὰ στὴν γεύση τελείως περιφρόνησε· καὶ ἀπὸ αὐτὰ μόνο αὐτὴ καὶ πρώτη, ἔγινε ἄπιαστη ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ αὐ­τὸν κατὰ κράτος ἐνίκησε. Ἀγωνίστηκε αὐτὸν τὸν ἀγῶνα ἡ Θεοτόκος, ὄχι ἀπὸ τὸ πρωῒ ὡς τὸ βράδυ, καθὼς ἡ παλαιὰ Εὔα, οὔτε στὸν καρπὸ ἑνὸς δένδρου· ἀλλὰ γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ σὲ διάφορα εἴδη τῶν ἡδονῶν, τὰ ὁποῖα ἐφεῦραν οἱ ἄρχοντες τοῦ ἅδου καὶ τοῦ σκότους πρὸς δελεασμὸ τῶν ψυχῶν μας. Ὅλες αὐτὲς τὶς ἡδονές, μόνη ἀπ᾿ ὅλους ἡ Παρθένος σὲ τέτοια νηπιακὴ ἡλικία τελείως περιφρόνησε καὶ ἔλαβε δικαίως ὡς βρα­βεῖο ἀπὸ τὸν οὐρανό, τὴν τροφὴ ἀπὸ τὸν ἄγγελο, μὲ τὴν ὁποία καὶ ἡ φύση της δυνάμωνε, καὶ ἡ ἀξία τῶν οὐρανῶν πολιτεία της φανερωνόταν·

ἢ νὰ ποῦμε καλύτερα, ἀμέσως ὅταν περιφρόνησε τὶς προ­ει­ρη­μέ­νες ἡδο­νές, χειροτονήθηκε βασίλισσα τῶν οὐρανῶν, καὶ εἶχε γιὰ ὑπηρέτες τοὺς οὐρανίους ἀγγέλους.

Καὶ λοιπὸν ζοῦσε μία ζωὴ σὰν νὰ ἦταν στὸν παράδεισο· ἢ νὰ ποῦμε ἀληθινά, σὰν μέσα στοὺς οὐρανούς· ἐπειδὴ τὰ ἅγια ἐκεῖνα τῶν ἁγίων ἦταν ὁμοίωμα τῶν οὐρανῶν. Ζοῦσε, λέγω, μία ζωὴ ἀμέ­ρι­μνη, ἀπε­ρί­σπα­στη· ἀμέτοχη λύπης, ἀνώτερη τῶν παθῶν καὶ ὑψη­λό­τερη ἀπὸ κάθε ὀδυνηρὴ ἡδονή· ζοῦσε γιὰ τὸν Θεὸ μόνο· βλε­πό­ταν ἀπὸ τὸν Θεὸ μόνο· συντηρεῖτο γιὰ τὸν Θεὸ μόνο, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο μέσῳ αὐτῆς νὰ ἑνωθεῖ μὲ ἐμᾶς. Καὶ αὐτὴ ἀντιστρόφως, μόνο πρὸς τὸν Θεὸ ἔβλεπε· τὸν Θεὸ μόνο εἶχε γιὰ τροφή της· τὸν Θεὸ μόνο πρόσεχε· καὶ στὸν Θεὸ μόνο ἦταν ἀφιερωμένη. Ὅταν ὁ λαὸς ἐρχόταν στὸν ναό, καὶ ἀνεγίνωσκαν ἔξω τὶς βίβλους τοῦ Μωϋσῆ καὶ τῶν Προφητῶν κάθε Σάββατο, ἄκουε ἀπὸ μέσα ἡ Θεο­τό­κος μὲ σύνεση, καὶ μάθαινε ἀπὸ ἐκεῖ, πῶς ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα καὶ οἱ λοιποὶ ἄνθρωποι ἔγιναν ἀπὸ τὸ μὴ ὄν (μηδὲν), στὸ εἶναι, (στὴν ὕπαρξη)· πῶς ἦταν στὸν παράδεισο· πῶς τοὺς ἔδωσε ὁ Θεὸς ἐν­τολή· καὶ πῶς τοὺς ἐξαπάτησε ὁ διάβολος, καὶ περέβησαν τὴν ἐντολή, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐξορίστηκαν ἀπὸ τὸν παράδεισο· πῶς ἔγιναν θνητοί, καὶ ἔπεσαν σ᾿ αὐτὴν τὴν κοπιαστικὴ ζωή, ἡ ὁποία μὲ τὸν καιρὸ τόσο πήγαινε πρὸς τὸ χειρότερο· καὶ τελευταῖα, πῶς τὸ κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ πλάσμα χω­ρί­στηκε ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ἑνώθηκε σὲ τέτοιο διάστημα χρόνων, μὲ τὸν ἐχθρό του διάβολο (φεῦ καὶ ἀλ­λοί­μονο ἀπὸ τὴν δική μας ἀναισθησία καὶ κλίση πρὸς τὰ γήϊνα!), χωρὶς νὰ μπορέσει κανεὶς νὰ ἐμποδίσει αὐτὸ τὸ ἀνθρωποβλαβὲς τρέξιμο πρὸς τὸν Ἅδη· ἐπειδή, λέγω, τὰ ἔμαθε αὐτὰ ἡ Θεοτόκος, σπλαχνίστηκε τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ ζητοῦσε νὰ βρεῖ ἕνα γι­α­τρικὸ γιὰ αὐτὸ τὸ μεγάλο κακό. Ἔτσι ἀποφάσισε νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, μὲ ὅλο τὸ νοῦ της, καὶ ἔτσι νὰ μεσιτεύσει γιὰ ἐμᾶς, καὶ νὰ βιάσει τὸν ἀβίαστο Θεό, ὥστε νὰ τὸν τραβήξει σὲ ἐμᾶς τὸ γρη­γο­ρώ­τατο· γιὰ νὰ καταργήσει αὐτὸς τὴν κατάρα, καὶ νὰ ἀντα­πο­δώ­σει τὴν εὐλογία· γιὰ νὰ λάμψει τὸ ἄδυτο φῶς του, νὰ ἑνώσει μὲ τὸν ἑαυτό του τὸ πλάσμα του, καὶ νὰ θεραπεύσει τὴν ἀσθένειά του. Ἀφοῦ ἡ Παρθένος συλλογίστηκε ἔτσι καὶ ἀνέθεσε θαυμάσια στὸν ἑαυτό της τὴν μεσιτεία γιὰ ὅλη τὴν ἀν­θρώ­πινη φύση, ζητοῦσε πλέον μὲ ποιὸν τρόπο νὰ συνομιλήσει μὲ τὸν Θεό, πρὸς τὸν ὁποῖο πῆγε αὐτοχειροτόνητη ἢ μᾶλλον θεοπρόβλητη με­σί­τρια· Ἔτσι ἐρεύ­νησε ὅλες τὶς ἀρετὲς ὅσες ἀναφέρει ὁ νόμος, καὶ ὅσες ἀκόμη ἐφεῦρε ἡ διάκριση τῶν ἀνθρώπων· ἐρεύνησε κάθε εἶδος τῆς ὑψη­λό­τε­ρης ἐπιστήμης, δηλαδὴ τῆς μεταφυσικῆς, καὶ καθένα ἔστρεφε στὸν νοῦ της, σὰν ἕνα ἐγχειρίδιο, καὶ στοχαζόταν ποιὸ ἀπὸ αὐτὰ τὰ προ­λε­χθέντα εἶναι κοντινὸ στὸν Θεό, ποὺ ἔχει τὸν χαρακτῆρα ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐξαφανίζει ὅλες τὶς ὑλικὲς φαντασίες καὶ μπορεῖ νὰ ἐξο­μοι­ά­σει ἐκείνους ποὺ τὸ μεταχειρίζονται κατὰ τὴν θεία ὁμοιότητα. Ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔβρισκε κανένα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ νὰ βοηθάει σ᾿ αὐτὸ μὲ ἀκρίβεια, μεταχειρίζεται αὐτὴ ἕνα καινούργιο τρόπο καὶ ὑψηλότερο καὶ τελειότερο, τὸν ὁποῖο ἐφευρίσκει ἀπὸ μόνη της, καὶ ἐργάζεται, καὶ τὸν παραδίδει καὶ στοὺς μετέπειτα. Δηλαδή, ἐπινοεῖ μία νοερὴ πράξη πλέον ὑψη­λό­τερη ἀπὸ τὴν θεωρία τῶν παλαιῶν, καὶ μία θεωρία τόσο ὑψη­λό­τερη ἀπὸ τὴν πολυθρύλητη θεωρία τῶν παλαιῶν, ὅσο διαφέρει καὶ εἶναι ὑψη­λό­τερη ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τὴν φαντασία.

Πλὴν ὅμως, ἐδῶ παρακαλῶ, νὰ ἀκούετε μὲ προσοχὴ τοῦ μυ­στη­ρίου τὸ μεγαλεῖο· διότι πρόκειται νὰ πῶ λόγια τὰ ὁποῖα συμ­φέ­ρουν μὲν σὲ κάθε χριστιανὸ, ἐξαιρέτως δὲ σ᾿ ἐμᾶς τοὺς μονα­χοὺς ποὺ ἀπο­τα­χθή­καμε τὸν κόσμο· μέσῳ τῶν ὁποίων λόγων μπο­ρεῖ κανεὶς ἀπὸ ἐδῶ ἀκόμη νὰ γευθεῖ τὰ ἀγαθὰ τοῦ μέλλοντα αἰῶνα· νὰ σταθεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἀγ­γέ­λους, καὶ νὰ ἔχει τὸ πολίτευμά του στοὺς οὐρανούς, ἂν βέβαια ἀγαπᾶ νὰ μιμηθεῖ τὴν Ἀειπάρθενη Νύμφη, ποὺ ἀπὸ βρέφος ἀποτάχθηκε τὸν κό­σμο γιὰ χάρη τοῦ κό­σμου. Διότι τὸ πρακτικὸ μέρος τῆς ἀρετῆς, τὸ ὁποῖο ἐφευρέθηκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πρὶν τὴν Παρθένο, σὲ αὐτὸ μόνο ἐπι­δι­δό­ταν, νὰ στολίζει τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ οἰκοδομεῖ πόλεις καὶ σπίτια· τὸ δὲ θεωρητικὸ μέρος σὲ αὐτὰ ἐπιδιδόταν, στὸ νὰ ἐρευνᾶ τοὺς ὅρους τῆς φύσεως· τῆς ψυχῆς, τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀΰλων οὐσιῶν, καὶ τῶν ἄλλων κτισμάτων. Ἐὰν δὲ καὶ ἡ μεταφυσικὴ ἐπιστήμη (τὴν ὁποία οἱ Ἕλ­λη­νες πρώτη φιλοσοφία ὀνόμασαν, ἐπειδὴ δὲν ἤξεραν ἄλλο ὑψηλότερο εἶ­δος θεωρίας), ἐὰν δέ, λέγω, καὶ ἡ μετα­φυ­σικὴ ἀπασχολεῖται μὲ τοὺς ὅρους περὶ Θεοῦ, καὶ φιλοσοφεῖ γιὰ τὰ τελείως ἄϋλα καὶ νοερά, πλὴν ὅμως καὶ αὐτὴ ἂν καὶ βρίσκει τὴν ἀλήθεια, ὅμως πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὴν θεοπτία, δηλαδὴ τὴν ὅραση τοῦ Θεοῦ· καὶ τόσο εἶναι μακρυά, ἀπὸ τὴν συνομιλία μὲ τὸν Θεό, ὅσο εἶναι μακρυὰ καὶ τὸ νὰ γνωρίζει κανεὶς κά­ποιο πρᾶ­γμα ἀπὸ τὸ νὰ τὸ ἔχει. Ἄλλο εἶναι νὰ ὁμιλεῖ κανεὶς γιὰ τὸν Θεό, καὶ ἄλλο νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν Θεό. Ἐπειδὴ γιὰ νὰ ὁμιλεῖ κανεὶς γιὰ τὸν Θεό, χρειάζεται καὶ προφορικὸ λόγο, καὶ τέχνη τοῦ λέγειν γιὰ νὰ με­τα­δί­δει καὶ στοὺς ἄλλους τὴν γνώση, καὶ τέχνη διαφόρων συλλογισμῶν καὶ ἀναγκαῖες ἀποδείξεις καὶ κοσμικὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, συναθροίζονται ἀπὸ τὴν ὅραση καὶ τὴν ἀκοή. Καὶ γιὰ νὰ πῶ μὲ συντομία, αὐτὴ ἡ Θεολογία ἀσχο­λεῖ­ται μὲ τὰ πρᾶγματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καὶ μποροῦν νὰ τὰ ἔχουν καὶ οἱ σοφοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου, ἂν καὶ εἶναι ἀκάθαρτοι κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ζωή. Ἀλλὰ τὸ νὰ συ­νο­μι­λεῖ κάποιος μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἑνωθεῖ ἀληθινὰ εἶναι ἀδύνατο ἂν δὲν κα­θα­ρι­στεῖ πρῶτα ἀπὸ τὰ πάθη· καὶ μετὰ τὴν κάθαρση νὰ γίνει ἐκτὸς ἑαυ­τοῦ ἢ μᾶλλον εἰ­πεῖν νὰ ἀνεβεῖ πάνω ἀπὸ τὸ εἶναι του· νὰ ἀφήσει κάτω ὅλα μαζὶ τὰ αἰσθητά, καὶ τὴν αἴσθηση, νὰ γίνει ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς συλ­λο­γι­σμούς, καὶ ἀπὸ κάθε γνώση, καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάνοια, καὶ ὅλως διόλου, νὰ γίνει μέτοχος τῆς νοερᾶς ἐνεργείας μὲ τὴν αἴσθηση, τὴν ὁποία ὁ Σολομὼν θεία αἴσθηση ὀνόμασε πρίν· καὶ ἔτσι ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ νὰ ἐπιτύχει τὴν ἀγνωσία ποὺ εἶναι ὑπεράνω ἀπὸ κάθε γνώση· ταὐτὸν εἰ­πεῖν νὰ γίνει ἀνώτερος ἀπὸ κάθε εἶδος τῆς πολυθρύλητης ἀνθρώπινης σο­φίας· ὅπως τῆς μὲν ἀνθρωπίνης σο­φίας τέλος εἶναι ἡ γνώση, τῆς δὲ θείας σοφίας εἶναι ἡ ἀγνωσία.

Αὐτὸ λοιπὸν -τὸ νὰ ὁμιλήσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεόν- ζη­τών­τας ἡ Παρθένος (ἐπειδὴ εἶναι ἀναγκαῖο στοὺς μεσίτες νὰ συνο­μι­λή­σουν μὲ τοὺς μεσιτευομένους ἀφέντες) βρίσκει βοηθὸ γιὰ αὐτὸ τὴν ἡσυχία· ἡσυχία τὴν ἀκινησία τοῦ νοῦ καὶ ὅλου τοῦ κόσμου, τὴν λησμοσύνη τῶν γηΐνων καὶ μαθήτρια τῶν οὐρανίων· τὴν ἀπο­θη­σαύ­ριση τῶν πνευματικῶν νοημάτων. Αὐτὴ ἡ ἡσυχία τοῦ νοῦ εἶναι μία πράξη, ποὺ ἀληθινὰ γίνεται ἐπίβαση τῆς ἀληθινῆς θεωρίας ἢ νὰ ποῦμε καλύτερα τῆς θεοπτίας· ἡ ὁποία θεοπτία εἶναι μία μόνη ἀπόδειξη τῆς ὑγειᾶς ψυχῆς. Διότι κάθε ἄλλη ἀρετὴ εἶναι σὰν ἕνα γιατρικὸ γιὰ τὶς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς, καὶ γιὰ τὰ πονηρὰ πάθη ποὺ ξερριζώθηκαν ἀπ᾿ αὐτήν. Ἡ δὲ θεωρία εἶναι καρ­πὸς τῆς ὑγειᾶς ψυχῆς καὶ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός, καὶ ἡ θεοποιὸς ἀρετή, μέσῳ τῆς ὁποίας θεοποιεῖται ὁ ἄνθρωπος· καὶ ὄχι μέσῳ τῆς ἐξω­τε­ρι­κῆς φιλοσοφίας ἡ ὁποία ἀποκτᾶται ἀπὸ τοὺς λόγους καὶ τὴν ἀνα­λο­γία τῶν ὁρωμένων κτισμάτων· μὴ γένοιτο· αὐτὴ ἡ φιλοσοφία εἶναι γήϊνη καὶ ταπεινή, ἀλλὰ μέσῳ, ὅπως εἶπα, τῆς μελέτης καὶ θεωρίας μὲ ἡσυχία. Ἐπειδὴ μέσῳ αὐτῆς χωρίζεται κανεὶς ἀπὸ τὰ γήϊνα καὶ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό· μέσῳ αὐτῆς προσκαρτερεῖ πάντοτε σὲ προσευχὲς καὶ δεήσεις, σὰν πάνω στὸ ὑψηλότατο μέρος αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καὶ πλησιάζει τρόπον τινὰ στὴν ἀπλησίαστη ἐκείνη καὶ μακαρία φύση τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ δὲ ἑνω­θεῖ ἀπορρήτως καὶ συγ­κε­ρα­σθεῖ μὲ αὐτὸ τὸ ὑπὲρ αἴσθηση καὶ νοῦ, φῶς τοῦ Θεοῦ, τότε αὐτὸς ἀφοῦ καθάρισε τὴν καρδιὰ μὲ τὴν ἡσυχία βλέπει στὸν ἑαυτό του, σὰν σὲ καθαρώτατο καθρέπτη, τὸν Θεό. Παράδειγμα τέ­τοιας ἡσυχίας τοῦ νοῦ, σύντομο καὶ ὠφελιμώτατο ἀπὸ κάθε ἄλλο ὑπῆρξε αὐτὴ ἡ Παρθένος, ἡ ὁποία ἐξ ἀπαλῶν ὀνύχων ἑνώθηκε μὲ τὸν Θεὸ μέσῳ τῆς ἱερῆς ἡσυχίας. Ἐπειδὴ μόνη αὐτὴ ἀπὸ ὅλους, ἀπὸ τὸσο μικρὸ παιδὶ ὑπὲρ φύση ἡσύχασε, καὶ μόνη αὐτὴ τὸν Θεάνθρωπο Λόγο ἀπειράνδρως κυοφόρησε.

Πρέπει ὅμως νὰ ἀνεβάσουμε τὴν ὁμιλία μας λίγο ἀνώτερα, γιὰ νὰ γίνει εὔληπτο στοὺς ἀκροατὲς αὐτὸ τὸ μέγα θεώρημα ποὺ θὰ διηγηθῶ. Ἐγὼ ἐπαινῶ τὸν τρόπο ἐκεῖνο τῶν ἐγκωμίων, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο ἐγ­κω­μι­ά­ζει ἀλλὰ καὶ ὠφελεῖ τοὺς ἀκροατές, φανε­ρώ­νον­τας σ᾿ αὐτοὺς τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Καὶ ἂν καὶ εἶναι κανένα δυσνόητο ἀπὸ τὰ λεγόμενα, νο­μίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀπορ­ρί­πτουμε· διότι οὔτε τὴν ὁδὸ τῆς ζωῆς ἀποφεύγουμε, μολονότι καὶ αὐτὴ εἶναι δύσκολη καὶ στενή. Ἐλᾶτε λοιπὸν ὢ ἀνδρειωμένοι στὸν νοῦ, ὅσοι προτιμᾶτε τὸ εὐκολοαπόκτητο χῶμα, ἀπὸ τὸ δυσεύρετο χρυσάφι, καὶ ἂς συμμαζέψει καθένας σας τὸν νοῦ του στὸν ἑαυτό του, καθὼς μαζεύουν τὰ ροῦχα τους ἐκεῖνοι ποὺ πρόκειται νὰ πε­ρά­σουν ἀπὸ δρόμους στενούς· καὶ ὅλοι μὲ προθυμία σηκῶστε τὸν νοῦ σας στὸ ὕψος τῶν νοημάτων. Ἐπειδὴ οἱ ὑψηλοὶ ἀναβαθμοὶ πάνω στοὺς ὁποίους ἀνεβαίνει ἡ Θεοτόκος εἶναι τελείως ἄβατοι στοὺς φρονοῦντες τὰ δίκαια. Ἐὰν σηκώσετε τὸν νοῦ σας ἀπὸ τὰ γήϊνα, καὶ μελετᾶτε πάντοτε τὴν θεϊκὴ ζωή, ποὺ πέρασε ἡ Θεο­τό­κος στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, καὶ προ­θυ­μο­ποι­η­θεῖτε νὰ καταλάβετε ταυτοχρόνως κάποιο ἀπὸ τὰ ἐκεῖ θεῖα μυ­στή­ρια καὶ ἐπουράνια νο­ή­ματα, καὶ νὰ τὰ μιμηθεῖτε, ἴσως μετὰ ἀπὸ λίγο δι­ά­στημα χρό­νου, θὰ ἀποκτήσετε τὴν μακαρία ἐκείνη ἀπόλαυση τῶν κα­θα­ρῶν τῇ καρδίᾳ, καὶ θὰ βλέπετε ἀοράτως τὰ ἀγαθὰ ἐκείνου τοῦ μέλλοντα αἰῶνα.

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι ἕνας μεγάλος κόσμος σὲ ἕνα μικρὸ ἄτομο· ἡ συνάθροιση ὅλου τοῦ σύμπαντος· ἡ ἀνακεφαλαίωση τῶν κτισμάτων τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν αἰτία ποὺ καὶ ἔγινε ὕστερα ἀπὸ ὅλα, καθὼς ἐμεῖς  συ­νη­θί­ζουμε νὰ κάνουμε τὶς ἀνακεφαλαιώσεις στοὺς ἐπιλόγους ὕστερα ἀπὸ τοὺς ρητορικοὺς λόγους· τρόπον τινὰ ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται μὲ ἕνα λόγο καὶ ἕνα σύγγραμμα ἑνὸς αὐθυποστάτου λόγου· ὁ ἄν­θρω­πος, λέγω, ἔχει δύο ἐνάντιες δυνάμεις, τὸν νοῦ καὶ τὴν αἴσθηση, ἑνω­μέ­νες μὲ τὴν ἀπόρρητη σοφία τοῦ Δημιουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἑνώνει τὰ φύσει ἀκοινώνητα πρᾶ­γματα. Τὶς δὲ ἄλλες δυνάμεις τῆς ψυχῆς, τὴν διάνοια, τὴν ἐντύ­πωση καὶ τὴν φαντασία τὶς μεταχειρίζεται σὰν συνδέσμους γιὰ νὰ ἑνώσει αὐτὰ τὰ δύο ἄκρα ἐνάντια, ὅπως εἴπαμε, δηλαδὴ τὸν νοῦ καὶ τὴν αἴσθηση· καθὼς βλέπουμε καὶ στὰ τέσσερα στοιχεῖα τοῦ κόσμου, πῶς ἀνάμεσα στὴν φωτιὰ καὶ τὸ νερὸ εἶναι ὁ ἀέρας, καὶ ἀνάμεσα στὴν γῆ καὶ τὸν ἀέρα εἶναι τὸ νερό. Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἑνώνονται ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἐνάντια. Ἔτσι συνίσταται ὁ με­γά­λος κατὰ τὴν ποσότητα κό­σμος· καὶ ἔτσι συνίσταται ὁ μεγά­λος κατὰ τὴν ἀξία κόσμος, δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος. Καὶ οἱ δύο αὐτοὶ κό­σμοι σὲ αὐτὸ μοιάζουν μεταξύ τους· ὅμως ὁ μὲν κόσμος ὑπε­ρέ­χει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὸ μέγεθος· ὁ δὲ ἄνθρωπος ὑπερέχει ἀπὸ τὸν κόσμο κατὰ τὴ σύνεση. Βρίσκεται δὲ ὁ ἕνας, δηλαδὴ ὁ ἄν­θρω­πος, ἀποθησαυρισμένος μέσα στὸν ἄλλο· καθὼς λόγου χάριν καὶ σὲ μία μεγάλη οἰκία βρίσκεται ἕνα πρᾶγμα ἀκριβό, πο­λυ­τι­μώ­τερο ἀπὸ ὅλη τὴν οἰκία· ἢ σὰν νὰ βρίσκεται μέσα σὲ βασιλικὰ παλάτια ὄχι ὁ βασιλεύς· γιατὶ αὐτὸ (φεῦ!) τὸ ἀξίωμα τὸ ἔχασε λόγῳ τῆς πα­ρα­κοῆς· ἀλλὰ ἕνα φόρεμα βασιλικὸ ὡραῖο καὶ πλου­μι­στὸ καὶ πολυέξοδο· Ἐπειδή, τὰ μὲν βασιλικὰ παλάτια εἶναι κτι­σμένα ἀπὸ πέτρες μεγάλες ναί! μὰ ἀγορασμένες εὔκολα, καὶ φτη­νές· ἀλλὰ τὸ βασιλικὸ φόρεμα εἶναι φτιαγμένο ἀπὸ λιθαράκια μικρὰ ναί! μὰ πολύτιμα καὶ δυσεύρετα.

Καὶ τρόπον τινά, ὁ μὲν νοῦς παρομοιάζεται μὲ τὸ ἀνώτατο μέρος τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι ὁ οὐρανός· ἡ δὲ αἴσθηση μὲ τὸ κα­τώ­τερο μέρος ποὺ εἶναι ἡ γῆ· ἡ δὲ διάνοια, ἡ ἐντύπωση καὶ ἡ φαντασία πα­ρο­μοι­ά­ζον­ται μὲ τὰ ἀναμεταξὺ στοιχεῖα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς· ὄχι μόνο πα­ρο­μοι­ά­ζον­ται ἀλλὰ καὶ ὑπερέχουν ἀπὸ αὐτά. Πόσο εἶναι ὁ νοῦς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μεγαλύτερος, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ γνωρίζει τὸν Θεὸ αὐτὸς μόνο ἀπὸ ὅλα τὰ πρᾶγματα τοῦ κόσμου; καὶ μπορεῖ, ἂν θελήσει, νὰ γίνει καὶ θεὸς κατὰ χάρη, καὶ νὰ ἀνεβάσει πρὸς τὸν Θεὸ αὐτὸ τὸ γεῶ­δες καὶ ταπεινὸ σῶμα; πόσο ἡ αἴσθηση ὑπερέχει ἀπὸ τὴν γῆ, ἡ ὁποία ὄχι μόνο γνωρίζει τὸ διαφορετικὸ μέγεθος καὶ τὶς ποιότητες τῆς γῆς, ἀλλὰ ἀκόμη ἀντιλαμβάνεται τὸν οὐρανό, καὶ βλέπει τὶς διάφορες κι­νή­σεις καὶ συνόδους τῶν φωστήρων καὶ τῶν ἀστέρων καὶ τὶς ἀποστάσεις ποὺ ἔχουν μεταξύ τους· ὥστε ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐνδιαφέρουσες παρατηρήσεις τῆς αἰσθήσεως ἔγινε ἡ ἐπιστήμη τῆς ἀστρονομίας· ἀλλὰ καὶ τὰ μεταξὺ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς στοι­χεῖα εἶναι κατώτερα κατὰ τὴν ἀξία ἀπὸ δυνάμεις ποὺ βρίσκονται ἀνάμεσα στὸν νοῦ καὶ τὴν αἴσθηση, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν διάνοια, ἐντύ­πωση καὶ φαντασία ἂν καὶ ἔχουν κάποια ὁμοιότητα μὲ αὐτές, καὶ ὑπερέχουν κατὰ τὸ μέγεθος. Ἡ αἴσθηση λοιπὸν εἶναι μία ἄλογη δύναμη τῆς ψυχῆς, ποὺ αἰσθάνεται τὰ αἰσθητὰ πρᾶγματα ὅταν εἶ­ναι παρόντα· ἡ δὲ φαντασία ἔχει τὴν ἀρχή της ἀπὸ τὴν αἴσθηση, ὅμως ἐνεργεῖ καὶ ὅταν λείπουν τὰ αἰσθητὰ ἀντικείμενα καὶ ἡ ὁποία φαντασία λέγεται νοῦς, γιατὶ ἐκεῖνα ποὺ βλέπει, τὰ βλέπει μὲ διάστημα καὶ χω­ρι­στά-χωριστά τὸ καθένα καὶ ὄχι συγ­κεν­τρω­τικὰ καὶ χωρὶς κενό· ἡ δὲ ἐν­τύ­πωση εἶναι δύο εἰδῶν· καὶ ἐκείνη ποὺ γεννιέται κάτω ἀπὸ τὴν φαν­τα­σία εἶναι ἄλογη· ἡ ἄλλη ποὺ γεννιέται πάνω ἀπὸ τὴν διάνοια εἶναι λο­γική. Ἡ διάνοια εἶναι πάντοτε λογική, ὅμως μεταβαίνει καὶ αὐτὴ ἀπὸ ἕνα νόημα σὲ ἄλλο νόημα καὶ πηγαίνει καὶ φτάνει κάτω στὴν λογικὴ ἐν­τύ­πωση. Ὅλες αὐτὲς οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς ἐνεργοῦν καὶ συνίστανται μέσῳ τοῦ ὀργάνου τοῦ ψυχικοῦ καὶ λεπτοτάτου πνεύματος ποὺ βρίσκεται στὸν ἐγκέφαλο. Ὁ νοῦς μόνο δὲν ἔχει κανένα ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο ἐνερ­γεῖ, ἀλλὰ εἶναι μία οὐσία τελειότατη ἀπὸ μόνη της καὶ ἐνεργεῖ ἀπὸ μόνη της χωρὶς ὄργανο· ἂν καὶ κατεβάζει τὴν ἐνέργειά του κάτω στὶς κα­τώ­τε­ρες δυνάμεις, λόγῳ αὐτῆς τῆς ζωῆς, τῆς ψυχικῆς καὶ καταμερισμένης, ἡ ὁποία κυβερνᾶται μὲ τὴν διάνοια.

Ἀλλὰ ἀπὸ ποιὰ ἀφορμὴ διαίρεσα αὐτὲς τὶς ψυχικὲς δυνάμεις, καὶ γιὰ ποιὸ λόγο ἀπαρίθμησα τὰ διάφορα εἴδη τῆς ἀρετῆς; ἔπειτα εἶπα γιὰ τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς; ὁ σκοπός μου δὲν ἦταν ἄλλος, παρὰ γιὰ νὰ φα­νε­ρώσω, πὼς τὰ σπέρματα καὶ οἱ ἀρχὲς τῶν ἀρετῶν, προέρχονται ἀπὸ τὶς ψυχικὲς δυνάμεις καὶ ἀπὸ αὐτὲς κρέμονται καὶ ἔχουν τὸ εἶναι. Λοι­πὸν ἡ θεόσοφη Παρθένος Μαρία, ἐπειδὴ καὶ ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἀρετὲς ποὺ εἴπαμε τὶς πρακτικὲς καὶ θεωρητικές, δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ τὴν οἰ­κει­ό­τητα καὶ τὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ἐρευνοῦσε τὶς ψυχικὲς της δυνάμεις, μή­πως καὶ βρεῖ κάποια ἀπὸ αὐτές ὡς ὄργανο καὶ μέσο γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι βρῆκε πὼς ἡ μὲν φαντασία καὶ ἡ αἴσθηση εἶναι παντελῶς ἄλογες καὶ πὼς δὲν μποροῦν νὰ ἀνεβοῦν πάνω ἀπὸ τὰ αἰσθητά· καὶ βρῆκε πὼς ἡ ἐντύπωση καὶ ἡ διάνοια εἶναι μὲν λογικές, ἀλλὰ δὲν εἶναι χωρισμένες ἀπὸ τὴν φαντασία, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ταμεῖο τῶν αἰσθήσεων· καὶ πρὶν ἀπὸ αὐτά, στοχάστηκε, πὼς αὐτὲς οἱ δύο δυνάμεις ἐνεργοῦν μέσῳ τοῦ ὀργάνου τοῦ ζωτικοῦ καὶ ψυχικοῦ πνεύματος τοῦ ἐγκεφάλου· γι᾿ αὐτὸ εἶπε καὶ ὁ Ἀπόστολος, πὼς ὁ ψυχικὸς ἄνθρωπος δὲν δέχεται τὰ πνευματικά. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ ἐλαττώματα βρίσκοντας ἡ Θεοτόκος στὴν ἐντύπωση καὶ στὴν διά­νοια, ζητοῦσε νὰ βρεῖ μία ζωὴ ἀληθινὰ νοερὴ καὶ ὑψηλότερη ἀπὸ αὐτὲς τὶς δυνάμεις καὶ τελείως χωριστὴ ἀπὸ τὰ κάτω καὶ γήϊνα. Διότι ἀγαποῦσε τὸν Θεό, μὲ ἕνα ὑπερβολικὸ πόθο, καὶ τὴν θεία ἕνωση μὲ αὐτόν· καθὼς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαπᾶ κανεὶς τὸ αἰ­σθητὸ φῶς, καὶ νὰ μὴν ἀγαπᾶ ταυτοχρόνως καὶ τὸν ἥλιο, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ φωτός· ἔτσι καὶ ὅποιος ἀγαπᾶ τὶς ἀρετὲς τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἀγαπᾶ ταυτοχρόνως καὶ αὐτὸν τὸν Θεό.

Ἔτσι μὲ αὐτὸν τὸν ἱερὸν καὶ θεϊκὸ ἔρωτά της, βρίσκει ἡ Παρ­θέ­νος ὡς φυσικὸ ὄργανο, ἀκριβῶς τὸ ἀνώτατο πρᾶγμα ἀπὸ ὅσα βρίσκονται στὸν ἄνθρωπο, τὴν μόνη τέλεια καὶ παντελῶς ἀμέριστη οὐσία τοῦ ἀν­θρώ­που, δηλαδὴ τὸ νοῦ· ὁ ὁποῖος νοῦς ποὺ εἶναι εἶδος τῶν εἰδῶν, περιορίζει καὶ ἑνώνει τὶς διάφορες μεταβατικὲς κινήσεις τῆς διανοίας, οἱ ὁποῖες γί­νον­ται πάντοτε μὲ μετάβαση καὶ διαίρεση, καθὼς κινοῦνται τὰ ἕρποντα ζῶα· στὶς ὁποῖες ὅλες οἱ ἐπιστῆμες στηρίζονται. Διότι ἂν καὶ ὁ νοῦς κα­τε­βαί­νει, ὅπως εἴ­παμε, στὴν διάνοια καὶ μέσῳ αὐτῆς κατεβαίνει στὴν ζωὴ αὐτὴ τὴν καταμερισμένη καὶ μεταδίδει τὶς ἐνέργειές του σὲ ὅλες τὶς ψυ­χι­κὲς δυνάμεις, ὅμως ἔχει ἀναμφιβόλως καὶ μία ἄλλη ἐνέργεια δική του ὑψηλότερη τὴν ὁποία αὐτὸς ἐνεργεῖ πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, χωρὶς νὰ χρειαστεῖ καμμία ἄλλη δύναμη, ἐπειδὴ εἶναι ἀθά­να­τος, καὶ ἔχει φυσικῶς τὴν δύναμη νὰ διαμένει στὸν ἑαυτό του, τόσο ὅταν χωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὶς σωμα­τι­κὲς αἰσθήσεις, ὅσο καὶ ὅταν ἀκόμη βρίσκεται ἑνωμένος μὲ τὸ σῶμα· ἀλλὰ μὲ ἄκρα ἄσκηση καὶ μὲ τὴν βο­ή­θεια τῆς θείας χάριτος μπο­ρεῖ νὰ ἀνέβει ὑψηλότερα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ποι­κι­λό­τροπη καὶ πο­λυ­σχη­μά­τι­στη καὶ χαμερπῆ ζωή, καὶ νὰ ἐνωθεῖ μὲ τὸν ἑαυτό του. Καὶ καθὼς ὁ καβαλάρης ἔχει δύο ἐνέργειες, τὴν μία γιὰ νὰ κυ­βερνᾶ τὸ ἄλογο· τὴν ἄλλη τὴν καλύτερη καὶ ὑψηλότερη γιὰ νὰ ἐνεργεῖ στὸν ἑαυτό του, ὡς ἄνθρωπος, τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἐνερ­γεῖ ὄχι μόνο ἀφοῦ κατεβεῖ ἀπὸ τὸ ἄλογο, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὅταν εἶναι καβαλάρης· ἂν ἴσως ὅμως δὲν δώσει ὅλως διόλου τὸν ἑαυτό του θεληματικῶς μόνο στὴν ἐπιμέλεια τοῦ ἀλόγου. Ἔτσι καὶ ὁ νοῦς ἂν δὲν δοθεῖ ὅλως διόλου στὴν ἐπιμέλεια τοῦ σώματος καὶ στὰ γήϊνα, μπορεῖ καὶ ἑνωμένος ἀκόμη μὲ τὸ σῶμα, νὰ ἐνεργεῖ τὴν δική του ἐνέργεια στὸν ἑαυτό του, μέσῳ τῆς ὁποίας μπορεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό· ἂν καὶ εἶναι πολὺ μακριὰ ἀπὸ αὐ­τὸν ἀπὸ τὸν φυσικὸ δεσμὸ ποὺ ἔχει μὲ τὸ σῶμα, καὶ ἀπὸ τὶς πολλὲς σχέσεις ποὺ ἔχει μὲ τὰ γήϊνα στὴν παροῦσα ζωή.

Αὐτὲς λοιπὸν τὶς γήϊνες σχέσεις ἀφοῦ ἀπέβαλε ἡ Παρθένος ἀπὸ τὴν πρώτη ἀρχὴ τῆς ζωῆς της ἀνεχώρησε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀφοῦ ἔφυγε τὸν ἁμαρτωλὸ βίο, διάλεξε μία ζωὴ ἀόρατη ἀπὸ ὅλους, ἀπα­σχο­λού­μενη μέσα στὰ ἅγια καὶ παραμένοντας σ᾿ αὐτά, λύθηκε ἀπὸ κάθε ὑλικὸ δεσμό· ἀπετίναξε κάθε σχέση· ἀνέβηκε πάνω ἀπὸ κάθε ἀγάπη ἕως καὶ αὐτοῦ τοῦ δικοῦ της σώματος καὶ ἔτσι ἕνωσε τὸν νοῦ της μὲ τὸν ἑαυτό Του μὲ μία στροφὴ καὶ προ­σοχὴ καὶ μὲ θεία καὶ παντοτινὴ προ­σευχή· καὶ μέσῳ αὐτῆς τῆς στροφῆς τοῦ νοῦ ἑνώθηκε ὅλως διόλου μὲ τὸν ἑαυτό της· ὑψώθηκε πάνω ἀπὸ κάθε πολύμορφο τῶν λογισμῶν σκουπίδι, καὶ ἁπλῶς ἀπὸ κάθε εἶδος καὶ σχῆμα, καὶ ἔτσι κατασκεύασε μία και­νούρ­για δίοδο πρὸς τοὺς οὐρανούς: δηλαδὴ τὴν νοητὴ σιωπή, στὴν ὁποία προσκολλώντας τὸν νοῦ της, ἀνεβαίνει πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα, καὶ βλέπει τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ τελειότερα ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ· καὶ βλέπει τὴν θεία χάρη, ἡ ὁποία δὲν γίνεται ἀντιληπτὴ τελείως ἀπὸ τὴ αἴσθηση, ἀλλὰ εἶναι ἕνα ἱερὸ καὶ χαριτωμένο θέαμα, μόνον τῶν ψυχῶν τῶν καθαρῶν καὶ ἁγίων ἀγγέλων.

Ἀφοῦ ἡ Παρθένος πέτυχε αὐτό, τότε ἔγινε φωτεινὴ νεφέλη, κατὰ τοὺς θείους μελωδούς, τοῦ πραγματικὰ ζῶντος ὕδατος, καὶ αὐγὴ μυ­στι­κῆς ἡμέρας, καὶ πυρίμορφο ὄχημα τοῦ Λόγου. Διότι χωρὶς νὰ ἐπιφοιτήσει ἡ χάρη στὴν ψυχή, δὲν μπορεῖ ποτὲ ὁ νοῦς νὰ βρεῖ τὴν θεία αἴσθηση, ἢ νὰ γίνει ἐντὸς ἑαυτοῦ μὲ ἐνέργεια· καθὼς οὔτε ὁ ὀφθαλμὸς δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ χωρὶς τὸ αἰσθητὸ φῶς. Ἐπειδὴ στὰ ἀΐδια καὶ νοητὰ κτίσματα, ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι φῶς καὶ ὄχι ἄλλο κανένα, κατὰ τὸν Θεολόγο Γρηγόριο ποὺ εἶπε: «ὅπερ ἐστὶ τοῖς αἰσθητοῖς ἥλιος, τοῦτο τοῖς νοητοῖς Θεός», καὶ καθὼς ὅταν ἡ ὅραση βλέπει γίνεται καὶ αὐτὴ φῶς, καὶ μὲ τὸ φῶς ἑνώ­νε­ται καὶ μὲ τὸ φῶς βλέπει· καὶ πάλι αὐτὸ τὸ ἴδιο φῶς βλέπει πῶς εἶναι χυμένο σὲ ὅλα τὰ ὁρατά· ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἀξιωθεῖ τὴν θεία ἀλ­λοί­ωση, γίνεται ὁλόκληρος σὰν φῶς καὶ μαζὶ μὲ τὸ φῶς εἶναι, καὶ μὲ τὸ φῶς βλέπει νοητῶς ἐκεῖνα ποὺ εἶναι κρυμμένα ἀπὸ ὅλους χωρὶς αὐτῆς τῆς θείας χάριτος. Ἐπειδὴ καὶ ἔγινε ὄχι μόνο ἐπάνω ἀπὸ τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις, ἀλλὰ καὶ ἐπάνω ἀπὸ κάθε πρᾶγμα, ποὺ εἶναι γνωστό, τόσο σὲ μᾶς, ὅσο καὶ στοὺς ἀνω­τέ­ρους ἀπὸ μᾶς, ἀΰλους ἀγγέλους. Διότι οἱ κα­θα­ροὶ τῇ καρδίᾳ βλέπουν τὸν Θεὸ κατὰ τὸν ἀψευδῆ τοῦ Κυρίου μα­κα­ρι­σμό· ὁ Θεὸς ἐπειδὴ εἶναι φῶς κατὰ τὸν θεῖο Θεολόγο Ἰωάννη  ἐμφανίζει καὶ κατοικίζει τὸν ἑαυτό του σὲ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν τηρώντας τὶς ἐντολές του καὶ ἀνταγαπῶνται ἀπὸ αὐτόν, κατὰ τὴν ἀψευδῆ του ὑπό­σχεση. Ἐμφανίζει τὸν ἑαυτό του στὸν καθαρὸ νοῦ, σὰν μέσα σὲ κα­θρέ­πτη μένοντας αὐτὸς ἀόρατος κατὰ τὴν οὐσία. Ἔτσι γίνεται ἡ θεωρία στὸν καθρέπτη, νὰ φαίνεται μὲν νὰ μὴν βλέπεται δέ. Διότι εἶναι τελείως ἀδύνατο νὰ βλέπει κάποιος τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου μέσα σὲ κα­θρέ­πτη καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ βλέπει καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιο ἄνθρωπο αὐ­το­προ­σώ­πως. Καὶ στὴν μὲν πα­ροῦσα ζωὴ ἔτσι φαίνεται ὁ Θεὸς σὰν σὲ κα­θρέ­πτη σὲ ἐκείνους ποὺ καθαρίστηκαν μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· στὴν δὲ ἄλλη ζωὴ θὰ φα­νε­ρω­θεῖ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο κατὰ τὸν θεῖο ἀπό­στολο. Ἀλλὰ ποιὸς ἀγάπησε τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπὸ τὴν Θεοτόκο ποὺ σήμερα δοξολογεῖται ἀπὸ ἐμᾶς; ποιὸς ἄλλος δέ, ἀγαπήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπὸ αὐτήν; Ποιὸ ἄλλο κτίσμα φάνηκε καθα­ρό­τερο ἀπὸ αὐ­τήν; ἢ καθαρὸ ἐξ᾿ ἴσου μὲ αὐτή; ἢ κἄν νὰ φτάσει κοντὰ στὴν κα­θα­ρό­τητά της; γι᾿ αὐτὸ ἔγινε τελεία μὲ τὶς ἀκρό­τα­τες αὐτὲς θεωρίες καὶ ἑνω­μένη μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἐξομοιωμένη μόνη αὐτὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς πα­λαι­ο­τά­τους ἁγίους, ἐκπλήρωσε τὴν μεσι­τεία της πρὸς τὸν Θεό, γιὰ τὴν σωτηρία μας. Καὶ ὄχι μόνο ἀπέ­κτησε αὐτὴν τὴν ἀνάβαση τοῦ νοῦ πέρα ἀπὸ κάθε λόγο, ἀλλὰ καὶ τὴν με­τα­χει­ρί­στηκε σὰν μέσο γιὰ ἐμᾶς· καὶ μὲ τὴν παρ­ρη­σία της πρὸς τὸν Θεὸ κατόρθωσε τὸ μέγα καὶ ὑπὲρ μέγα μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰ­κο­νο­μίας: Καὶ ὄχι μόνο αὐτὴ ἔγινε καθ᾿ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἔκανε καὶ τὸν Θεὸ καθ᾿ ὁμοίωση τοῦ ἀνθρώπου· καὶ δὲν τὸν κα­τέ­πεισε σ᾿ αὐτὸ ἁπλῶς μόνο, ἀλλὰ καὶ τὸν κυοφόρησε χωρὶς σπορὰ καὶ τὸν γέννησε ἀνέκφραστα. Καὶ αὐτὴ μέν, ἦταν μορφοποιημένη κατὰ χάρη ἀπὸ τὸν Θεό· διότι καὶ κεχαριτωμένη ὀνομάστηκε ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ. Μορφοποίησε δὲ τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἀν­θρώ­πινη φύση ἀπὸ αὐτήν· γι᾿ αὐτὸ καὶ εὐαγγελίστηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Γαβριὴλ μὲ τὸ «χαῖρε».

«Τίς λαλήσει τὰς δυναστείας σου Παρθένε, ἀκουστὰς ποιήσει πά­σας τὰς αἰνέσεις σου, ὦ θεόπαις Μαρία;» Ἐσὺ ἔζησες ὡς Μη­τέρα Θεοῦ· ἕνωσες τὸν νοῦ σου μὲ τὸν Θεό· ἕνωσες τὸν Θεὸ μὲ τὴν σάρκα· ἔκανες τὸν Θεὸ υἱὸ ἀνθρώπου· καὶ τὸν ἄνθρωπο υἱὸ τοῦ Θεοῦ· συμφιλίωσες τὸν κόσμο μὲ τὸν δημιουργὸ τοῦ κόσμου· μᾶς δίδαξες μὲ τὴν πράξη, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ δὲν γίνεται στοὺς ἁγίους μόνο μὲ τὴν αἴσθηση ἢ μὲ τοὺς συλλογισμούς. Ἐπειδὴ ἔτσι θὰ ἦταν ἐλάχιστα ἀνώτεροι ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα· ἀλλ᾿ ὅτι γίνεται μὲ τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ μὲ τὴν με­τοχὴ τῆς θείας χάριτος· κατὰ τὴν ὁποία, ὄχι μὲ συλλογισμοὺς, ἀλλὰ μὲ ἄϋλη αἴσθηση ἐντρυφοῦμε τὰ κάλλη τοῦ Θεοῦ· ἐσὺ μᾶς χάρισες τὸ νὰ βλέπουμε καὶ μὲ αὐτὲς τὶς αἰσθήσεις τὸν ἀόρατο Θεὸ μὲ μορφὴ ἀν­θρώ­που καὶ νὰ πιάνουμε τὸ σῶμα ἀπὸ τὸν ἄπιαστο καὶ ἄϋλο· ἔθρεψες αὐ­τὸν τὸν τροφέα τῶν ἀγγέλων μὲ ἀνθρώπινη τροφή· καὶ ἔθρεψες καὶ μᾶς διὰ μέσου αὐτοῦ μὲ τροφὴ ἀθάνατη· ἔκανες τοὺς ἀνθρώπους συγ­κα­τοί­κους μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἢ νὰ ποῦμε καλύτερα καὶ μὲ μεγαλύτερες τιμὲς τοὺς ἀξίωσες. Ἐπειδὴ συνέλαβες Θεάν­θρωπο Λόγο ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ γέννησες παραδόξως καὶ ἀποκατέστησες τὴν ἀνθρώπινη φύση συγ­γε­νικὴ μὲ τὴν θεία φύση, ἢ νὰ ποῦμε καλύτερα ὁμόθεη. Λέγουν πὼς ὁ εὐ­σε­βὴς βασιλεύς, [ἴσως νὰ ἦταν ὁ Ἀνδρόνικος Β΄ ὁ Παλαιολόγος κατὰ τὰ χρόνια τοῦ ἁγίου], (ἐπειδὴ τέτοια ἐπωνυμία εἶχε ἀπὸ τὰ ἔργα του), κατὰ τὸν καιρὸ ποὺ εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ βροχὴ οἱ ὑπήκοοί του, σήκωσε τὸ δεξιό του χέρι στὸν οὐρανὸ καὶ προσευχήθηκε ὡς ἑξῆς: Σὲ παρα­καλῶ Θεέ μου ποὺ εἶσαι ὁ δωρητὴς τῆς ζωῆς μὲ αὐτὸ μου τὸ χέρι, μὲ τὸ ὁποῖο ποτέ μου δὲν ἀφαίρεσα ζωὴ ἀνθρώπου· καὶ ἀμέ­σως ἂν καὶ ἦταν ὁ οὐρανὸς ξάστερος ἦλθαν τόσα πολλὰ νέφη καὶ ἔφεραν μία μεγάλη βροχή. Ἡ δὲ Παρθένος, ἡ ἀληθινὴ Βασίλισσα τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν μέσα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, σήκωσε τὸν καθαρό της νοῦ ἀπὸ ὅλα τὰ γήϊνα, καὶ εἶπε πρὸς τὸν Θεό· Ὦ Θεέ μου, σὲ παρακαλῶ μὲ αὐτὸν τὸν νοῦ μου στὸν ὁποῖο ποτὲ κανένα γήϊνο πρᾶγμα δὲν πέρασε· καὶ ἀμέσως ὅλη τὴν γῆ τὴν ἔκανε οὐ­ρανό· καὶ δὲν ἔφερε νέφη, τὰ ὁποῖα καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους ἁγί­ους ὑπάκουσαν, ἀλλὰ αὐτὸν τὸν ἴδιο ποὺ βγάζει καὶ ἀνεβάζει τὰ νέφη ἀπὸ τὰ ἔσχατα τῆς γῆς, οὔτε ἔφερε δροσιὰ καὶ προσωρινὴ βροχή, ἀλλὰ αὐτὸν τὸν θησαυρὸ ὅλων τῶν καλῶν, τὸν Θεό· τὴν αἰ­ώ­νια πηγὴ ποὺ γεν­νᾶ­ται ἀπὸ τὴν πατρικὴ ἀγκάλη· τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ ποὺ κάθεται ἐπάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανούς· ὁ ὁποῖος μᾶς ἔφερε τὸ ζωντανὸ ὕδωρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μᾶς χάρισε τροφὴ ποὺ μᾶς κάνει ἀθανάτους καὶ τοὺς με­τέ­χον­τες υἱοὺς Θεοῦ· ὄχι θετοὺς μόνο μὲ τὸ ὄνομα, ἀλλὰ μὲ τὴν κοι­νω­νία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (ὦ τῆς ἀνέκφραστης δωρεᾶς) καὶ τὴν κοινωνία τοῦ τιμίου σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι τόσο μὲ τὸν Θεὸ ὅσο καὶ ἀναμεταξύ μας.

Ἂς φυλάττουμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί, μέσῳ τῆς ἀγάπης, αὐ­τὴν τὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ μεταξύ μας. Ἂς βλέπουμε πάν­τοτε πρὸς τὸν οὐράνιό μας πατέρα. Ἂς ἀφήσουμε τὴν γῆ, γιατὶ δὲν εἴμαστε πλέον χοϊκοὶ ἀπὸ τὴν γῆ ὅπως ὁ πρῶτος Ἀδάμ· ἀλλὰ ὡς ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κατὰ τὸν Παῦλο. Ἂς ἀνεβάσουμε τὴν καρδιά μας πρὸς αὐτόν· ἂς βλέπουμε αὐτὸ τὸ μεγάλο καὶ παράδοξο θαῦμα, δη­λαδὴ τὴν δική μας φύση, ποὺ διαιωνίζεται μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ μὲ τὸ πῦρ τῆς ἄϋλης θεό­τη­τας· καὶ ἀφοῦ ἀποβάλλουμε τοὺς δερμάτινους χι­τῶ­νες, τοὺς ὁποί­ους λόγῳ τῆς παρακοῆς ἐνδυθήκαμε, ἂς σταθοῦμε στὴν ἁγία γῆ: δηλαδὴ ἂς καταστήσουμε καθένας τὸ σῶμα καὶ τὴν καρδιά μας ἅγια μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ μὲ τὴν σταθερὴ θεωρία πρὸς τὸν Θεὸ καὶ σύνεση· ὥστε ὅταν ἔλθει μὲ πῦρ ὁ Θεὸς κατὰ τὴν δευτέρα παρου­σία, νὰ λάβουμε παρρησία πρὸς αὐτόν, καὶ νὰ πλησιάσουμε γιὰ νὰ φωτισθοῦμε καὶ νὰ μένουμε παντοτινὰ φωτιζόμενοι, πρὸς δόξα αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου φωτὸς τῆς τρισηλίου καὶ μοναρχικωτάτης Θε­ό­τη­τος, στὴν ὁποία πρέπει πᾶσα δόξα, κράτος, τιμὴ καὶ προ­σκύ­νη­σις νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 




Mailing list

Αφήστε το e-mail σας και μείνετε ενήμεροι
|

Προτάσεις Μελέτης

Τελευταία άρθρα

Αρχεία εικόνας

Αρχεία ήχου


active³ 4.9 · © 2000 - 2012 IPS Ltd · Όροι χρήσης